50 λεπτά η ανθρωπιά

Έχω φτάσει Κυριακή στη Λυόν. Το ξενοδοχείο είναι στην ακρη της πόλης, γύρω όλα κλειστά. Αυτή την ώρα δεν λειτουργεί ούτε η ρεσεψιόν. Αφήνω τα πράγματα, κοιτάζω λίγο στο ίντερνετ τον πλησιέστερο σταθμό μετρό και ξεκινώ χωρίς χάρτη να εξερευνήσω λίγο την πόλη. Είναι φοβερό πόσο αμήχανοι νιώθουμε όταν προσγειωνόμαστε σε ένα καινούργιο, άγνωστο μέρος, πόσο εχθρικά μας φαίνονται στην αρχή όλα. Στέκομαι στο μετρό με την τσάντα μου σφιγμένη, αποφεύγω την επαφή με τα μάτια με μερικούς περίεργους τύπους, κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή το χάρτη με τις στάσεις. Τελικά κατεβαίνω στην στάση που έχω διαλέξει, τη στάση Κορντελιέ, μια στάση μόλις πριν την παλιά Λυόν. Εγώ που συνήθως χάνομαι και στην πόλη μου
όταν βρίσκομαι αλλού αναπτύσω ένα παράξενο σύστημα προσανατολισμού λόγω εγρήγορσης.
Περπατώ στην σιωπηλή πόλη, χαζεύω στις κλειστές βιτρίνες, φωτογραφίζω ταμπέλες και τα φοβερά κρεμαστά γεφύρια του Ροδανού
και του Σον. Χαζεύω τη Βασιλική της Νοτρ Νταμ ντε Φουρβιέρ και τα φοβερά σύννεφα στον καταγάλαζο ουρανό. Χάνομαι, περιπλανιέμαι άσκοπα, ψάχνω να βρω τη φημισμένη ρυ Μερσιέρ με τα εστιατόρια, να φάω ίσως κάτι, αλλά δεν έχω ιδεα προς τα πού πρέπει να πάω, βρίσκομαι στην πλας ντε λα Ρεπουμπλίκ και φωτογραφίζω το άγαλμα με το άλογο όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με πλησιάζει και μου μιλά ζητώντας μου κάτι επίμονα. Τα χάνω, τόσες ώρες στη σιωπή, έχω ξεχάσει ότι υπάρχουν κι άλλοι γύρω. Η γυναίκα είναι διαταραγμένη, το πρωτο πράγμα που μου ερχεται στο νου είναι να κρύψω τη φωτογραφική, να της πω στα αγγλικά δεν σε καταλαβαίνω και να φύγω. Όλα αυτά γίνονται σχεδόν αυτόματα, σχεδόν μηχανικά.

Λίγα μέτρα παρακάτω κάθομαι σε ένα παγκάκι να καπνίσω και να δω τις φωτογραφίες που έχω τραβήξει, όταν ξαφνικά αρχίζω να καταλαβαίνω τι μου έλεγε η γυναίκα. 50 λεπτά έχεις; δεν θέλω παραπάνω. 50 λεπτά να πάρω μισή μπαγκέτα. θα μου κάνεις εσύ την τιμή να με ταίσεις σήμερα; μισή μπαγκέτα μόνο. Τι αξία έχουν για σένα 50 λεπτά; τα σκορπάς στην τσάντα, τα πετάς στο δρόμο, αλλά εμένα τόσο αξίζει το φαί μου...
Με πιάνουν δάκρυα, τι διάολο παθαίνουμε όλοι σε αυτές τις σκατοκοινωνίες που ζούμε; Τι σόι κοινωνίες είναι αυτές που η γιαγιά σου ζει στο δρόμο και ζει με μισή μπαγκέτα την ημέρα. Και τι σόι άνθρωπος είσαι κι εσύ που προσπερνάς σα να μη σε αφορά. Τα μαζέυω όλα και αρχίζω να τρέχω προς τα πίσω. Την ψάχνω παντού, την γυρεύω στους γύρω δρόμους, τίποτα έχει εξαφανιστεί…
Σκόρπισα σε διάφορα μέρη πριν πάρω το μετρό της επιστροφής πενηντόλεπτα, ελπίζοντας κάποιο να βρέθηκε στο δρόμο της.
Την επόμενη φορά που θα βρεις κέρμα στο δρόμο, άστο εκεί που είναι. Κάποιος το χρειάζεται περισσότερο

Advertisements