Ηλιόσποροι


oldwoman


photo: Amir Ali Sharifi

Περιμένω στην αίθουσα αναμονής του σταθμού των τρένων στη Λυόν για να πάρω το τρένο για Παρίσι. Έχω φτάσει τρία τέταρτα νωρίτερα, έξω βρέχει ανελέητα και ο σταθμός είναι μελίσσι πολύβουο, με όλους αυτούς που περιμένουν το τρένο τους να έχουν κατακλείσει κάθε γωνία του σταθμού. Σχεδόν όλοι γύρω μου είναι καλωδιωμένοι κ απομονωμένοι από το υπόλοιπο σύμπαν- άιφον, άιπαντ, άιποντ, φωτογραφικές μηχανές, ακουστικά μικρά, μεγάλα, λαπτοπ – όλοι είναι στον κόσμο τους. Απέναντί μου ένα κάθισμα άδειο. Σε λίγα λεπτά κάνει την εμφάνισή της μια γιαγιά γύρω στα 80 με λευκά μαλλιά, πράσινη ζακετούλα, κρεμ παντελόνι και κάλτσα μάλλινη (έχει κ κρύο) με καλοκαιρινό σκαρπινάκι. Κρατάει μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα και δύο πλαστικές σακούλες. Με το που κάθεται ανοίγει τη μία πλαστική σακούλα και αφού την ακουμπά στα γόνατά της, ανοίγει ένα δεύτερο σακουλάκι και αρχίζει να τρώει ηλιόσπορους. Παίρνει από το σακουλάκι τους ηλιόσπορους, αφήνει τις φλούδες στη σακούλα και συνεχίζει μηχανικά κι ηδονικά να απολαμβάνει τους ηλιόσπορούς της. Την παρατηρώ σαν υπνωτισμένη, μου θυμίζει τις ελληνίδες γιαγιές που τις συναντάς σε όλους τους σταθμούς, τα καλοκαίρια ειδικά, με τις πλαστικές σακουλίτσες τους, γεμάτες μανταρίνια συνήθως, που τα ξεφλουδίζουν και τα γεύονται σαν να συνειδητοποιούν ξαφνικά το εφήμερο της ζωής, κι αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συμβάσεις που σε θέλουν σοβαρό κ μετρημένο στα δημόσια μέρη, απολαμβάνουν τις μικρές τους απολαύσεις απενοχοποιημένα και κυρίως χαμογελαστά.
Έχω ξεχαστεί και την κοιτάζω ώρα, με παίρνει χαμπάρι και με μάτι σπιρτόζικο μου λέει θες κι εσύ; χαμογελάω και λέω όχι σας ευχαριστω, εκείνη κουνάει το κεφάλι σα να μου λέει, δεν ξέρεις τι χάνεις…
Σε λίγο μια τσιγγάνα με ένα μωρό στην αγγαλιά κάνει την εμφάνισή της, ζητώντας επίμονα λεφτά. Κανείς δεν της δίνει σημασία, όλοι καλωδιωμένοι συνεχίζουν να επικοινωνούν με το υπερπέραν. Γυρνά και βλέπει τη γιαγιά, και απλώνει το χέρι. Θες; τη ρωτά η γιαγιά, ναι λέει η τσιγγάνα. Παίρνει μια χουφτα και της τη βάζει στην παλάμη. Η τσιγγάνα απομακρύνεται, με την άκρη του ματιού μου τη βλέπω να κάθεται σε μια γωνιά, να βάζει το μωρό στην αγκαλιά της και να αρχίζει τα τρώει τα σποράκια της. Η γιαγιά γελάει, με κοιτάει γελώντας δυνατά πια και μου λέει την εξουδετέρωσα, είδες; Την αποσβόλωσα. Εσύ να τα βλέπεις που δεν θες σποράκια, και το γέλιο της αντηχεί στην αίθουσα. Γελάω κι εγώ μαζί της, μουδιασμένα στην αρχή, πιο δυνατά στη συνέχεια. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν μας άκουγε…

Advertisements