πλήξη

ξύπνημα, ορυμαγδός κραυγών πουλιών
αποδημητικές οι αισθήσεις, καταφεύγουν σε ζεστά κλίματα
το χειμώνα, δεν με αναγνωρίζουν πάντα όταν κινώ για να τις
συναντήσω

κάθε καλοκαίρι

υαλοκαθαριστήρες, νερά και ένα τιμόνι

αυτά ονειρεύομαι κάθε βράδυ

αστειεύεσαι μου λες μα δεν σε πιστεύω, έτσι ξινός
που ανασαίνεις μες στη μούρη μου
κι όλο με γυροφέρνεις, σαν θάνατος ωραίος
και σαν σπασμός που έμεινε μισός
λυγμός που ξανακατάπια άτσαλα
για να μην ξεσπάσω απρεπώς εν
μέσω κοινωνικής εκδήλωσης προς τιμήν μου

έχω από καιρό πυρποληθεί
αλώθηκαν τα κάστρα μου από την πλήξη
και η αφή μου κυνηγός,  καινούργιο ψάχνει θήραμα

να πνίξει

Advertisements