Η μέρα που γνώρισα τη Λου – Ντουέντε #21/ εξώστης

Είχαν περάσει ήδη τρεις ημέρες από την ώρα που είχα πατήσει το πόδι μου στη Νις. Είχα πια αρχίσει να νιώθω επικίνδυνα οικεία. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ηλικιωμένους τουρίστες. Ο Αλφόνς, αλγερινός μεσήλικας με λευκό φανελάκι τύπου μινέρβα, ανοιχτό πουκάμισο, φαρδύ τζην και παντόφλα ήταν η παρέα μου στο μικρό καθιστικό του ξενοδοχείου. Ξενοδοχείο…τέλοσπάντων. Μικρή πανσιόν θα έλεγα με δεκαπέντε δωμάτια όλα κι όλα, πέντε σε κάθε όροφο. Έμενα στον δεύτερο, στο δωμάτιο με τον αριθμό τρία. Το μόνο δωμάτιο του ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο κι όχι στην πολύβουη Ρυ Μασενά. Δεν με πείραζε καθόλου. Είχα ησυχία και μία κάποια ιδιωτικότητα στο μικρό μπαλκονάκι με την ξεθωριασμένη ψάθα και τις νεκρές φτέρες στην πλαστική ζαρντινιέρα. Το συνέδριο υπήρξε μονάχα η αφορμή για να βρεθώ σε αυτή την παρηκμασμένη λουτρόπολη της γαλλικής ριβιέρας που έσφυζε από μεσόκοπους και βάλε τουρίστες και ξέμπαρκους νεαρούς σαν μια προσωρινή στάση στο δρόμο τους για κάπου αλλού. Είχα πάει να δω τη θάλασσα μοναχά μία φορά. Μου έφτανε να ξέρω πως απείχε μόνο διακόσια μέτρα. Ένιωθα το αλάτι να γαργαλάει τα ρουθούνια μου, κάθε που ανάσαινα. Μου είχε λείψει η θάλασσα. Και οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει δίπλα της.

Τα απογεύματα πίναμε τον καφέ μας με τον Αλφόνς και μιλούσαμε για τα περασμένα. Για τα περασμένα του Αλφόνς και της Νις, γιατί τα δικά μου περασμένα ήταν από χρόνια και ξεχασμένα και καμία διάθεση δεν είχα να σκαλίζω τις στάχτες του παρελθόντος πίνοντας τον άθλιο καφέ φίλτρου που κάθε λίγο και λιγάκι μας σέρβιρε η Ράχελ, η εκ Παταγονίας ορμώμενη και εν τη Νις εγκατασταθείσα από εικοσαετίας, καμαριέρα του Φελίξ Οτέλ. Καμιά φορά η Ράχελ αναστέναζε βαριά καθώς περνούσε δίπλα από τον Αλφόνς και τον ρώταγε κοιτάζοντας στο άπειρο… θυμάσαι Αλφόνς; Θυμάσαι; Ο Αλφόνς που ερχόταν συνεχώς και αδιαλείπτως για διακοπές στη Νις και στο Φελίξ Οτέλ την τελευταία εικοσαετία, τα θυμόταν όλα, κι όχι μόνο τα θυμόταν αλλά βαριαναστέναζε κι αυτός μαζί με τη Ράχελ.

Εκείνο το βράδυ όμως ο Αλφόνς έλειπε και η Ράχελ είχε ρεπό. Η πόλη έσφυζε από ζωή, ο βόμβος από το πολύβουο μελίσσι ερχόταν στα αυτιά μου σαν σειρήνα που με καλούσε να εγκαταλείψω το κατάρτι μου και να χαθώ ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης ψάχνοντας για…για; Ήμουν καλεσμένη στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του συνεδρίου όμως και μόνο η σκέψη με γέμιζε βαρεμάρα και απόγνωση. Βαρετές χειραψίες, κολλημένα χαμόγελα, ατελείωτες συζητήσεις για τη δουλειά˙ χίλιες φορές να έμενα ξύπνια και ανήσυχη σαν θηρίο στο κλουβί. Γύρω στις εννιά, κι αφού είχα καπνίσει το καθοριστικό τσιγάρο στο μπαλκονάκι παρακολουθώντας με τα μάτια το λούκι να σκαρφαλώνει από όροφο σε όροφο, να κάνει κοψίματα, γυρίσματα και γωνίες μέχρι να φτάσει επιτέλους στο έδαφος και να αποθέσει το υγρό περιεχόμενό του σε ένα παλαιό σκουριασμένο σιφώνι το οποίο μόλις και διακρινόταν στο δάπεδο του ακάλυπτου, αποφάσισα πως όσο κουρασμένη κι αν ήμουν, θα περπατούσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης, θα ανακατευόμουν με τους τουρίστες, θα χάζευα τις πλατείες και τα αγάλματα, θα σταματούσα να θαυμάσω χορευτικά δρόμου, να ακούσω πλανόδιους μουσικούς, να σκοτώσω την ώρα μου, σε ένα σκηνικό που μου έκανε τη χάρη να απλώνεται για λίγο ακόμα χρόνο σαν φόντο της ζωής μου.
Έσβησα το τσιγάρο μου σε ένα παλιό φλυτζανάκι του καφέ, δίπλα στις φτέρες και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα με τον αριθμό τρία και να κατεβαίνω τρέχοντας τη φιδωτή παμπάλαια σκάλα του Φελίξ Οτέλ. Η Λου με περίμενε μοναχά λίγα μέτρα παρακάτω. Ένας Νιγηριανός πλανόδιος έμπορος την πουλούσε παράνομα στο δρόμο. Κοντοστάθηκα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθώς περνούσα πλάι της, κι αυτός, έμπειρος να αναγνωρίζει βλέμματα που μαρτυρούν την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει χάσει όλα, σηκώθηκε και πιάνοντας τη γάτα ακριβώς δίπλα στη Λου, μου την έφερε μπροστά και με φωνή μπάσα και κοφτή με ρώτησε Τη θες; Σαστισμένη, την έπιασα στα χέρια μου, τη χάιδεψα, τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τα μάτια μου παρέμεναν καρφωμένα στη Λου. Ήταν πολύ ακριβή. Κι εγώ δεν είχα παρά ελάχιστα για την αυριανή επιστροφή μου. Για τα χρήματα που μπορούσα να διαθέσω, πιο λίγα κι από τα μισά όσων ζητούσε, μου έδινε την άλλη, την πρώτη, την άψυχη. Όχι του είπα. Όχι. Κι έκανα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω μισό βήμα και με μια δρασκελιά μου είχε βάλει τη Λου στην αγκαλιά. Πάρ’ την μου είπε. Πάρ’ την. Τη θες. Μα…ψέλισα. Πάρ’την και δώσε μου μοναχά μισό ευρώ παραπάνω από όσα θα έδινες για τη μικρή. Χαμογέλασα αμήχανα και έμεινα κάμποση ώρα να χαιδεύω τη Λου και να ψαχουλεύω την τσάντα μου για χρήματα.

Το όνομά της είναι…Λου του απάντησα κι εκείνος χωρίς να σαστίσει στιγμή μου απάντησε, είδες; Δεν υπάρχουν συμπτώσεις Αντέλ. Κοιταχτήκαμε βαθειά, ίσια στα μάτια. Ήταν ο σαμάνος του δρόμου που είχε εμφανιστεί από το πουθενά για να μου δέσει ένα φυλαχτό στο χέρι, χρόνια πριν, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη. Τώρα τον έλεγαν Μαντίπ.

Με τη Λου αγκαλιά περπατήσαμε ως το ξημέρωμα που μας βρήκε στους κήπους πλάι στην παραλία να χαζεύουμε τον ορίζοντα κάτω από το άγαλμα κάποιου που δεν με συγκίνησε αρκετά, ώστε να διαβάσω την μαρμάρινη επιγραφή.

Όταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο ένα χαμόγελο που έλειπε δεκαετίες από τη ζωή μου είχε επιστρέψει πανηγυρικά στο πρόσωπό μου γλυκαίνοντας τις ρυτίδες και κάνοντάς με να λάμπω σχεδόν ανθρώπινη.

Από τότε (25/09/1993) η Λου κι εγώ διανύσαμε άπειρα χιλιόμετρα, αλλάξαμε πόλεις, χώρες, δωμάτια, συντροφιές, παρέες, γλώσσες, δουλειές, ονόματα -πάντα αχώριστες- ώσπου κάποτε τα όρια ατόνησαν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εγώ και στο αυτή έγιναν τόσο ασαφή όσο η πάχνη που στολίζει τον ορίζοντα στο βάθος-βάθος της θάλασσας. Ξημερώματα.

http://duendemagazine.gr/issue/27/article/760/%CE%97+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CF%80%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1+%CF%84%CE%B7+%CE%9B%CE%BF%CF%85.html

Advertisements