κατανόηση

αράχνες, κλωστές, χρόνια, τριμμένα τζην, μουτζουρωμένα τετράδια, ανέξοδες έξοδοι

κι ακριβά αδιέξοδα, πόρτες που σε άφησαν απέξω, κι άλλες που περίμεναν χρόνια ανοιχτές και δεν φάνηκες, τι με πιάνει τις νύχτες, τι με πιάνει και μοιάζει ο χρόνος τετράγωνο, κύβος του Ρούμπικ σε παιδικά χέρια, γρίφος που λύνεται αλλά κανείς δεν θέλει να μάθει την απάντηση, σαν μια ερώτηση που χάσκει ανείπωτη στο στόμα, προφέρεις λέξεις σαν να δίνεις χαριστική βολή στην αθωότητα. Αθώωση ζητάν όλοι, όχι δικαίωση, μην μπερδέυεσαι, ο μίτος ήταν πάντα ξετυλιγμένος, εσύ διάλεγες να τον κάνεις κουβάρι

σωριάζεσαι στις πέτρες κι ανασαίνεις θάλασσες και ιδρώτες

καλοκαιρινοί θάνατοι στης μέρας το τελείωμα, σαν το τελείωμα του φουστανιού, αυτό που αλλάζει χώρες και ντουλάπες αφόρετο, χρονολογίες σε τετράδια, βιβλία, από γραφικούς χαρακτήρες που γέρασαν μαζί με τα εξώφυλλα, πόσο γρήγορα θυμάσαι τα ονόματα, πόσο εύκολα ξεχνάς τι κρύβει ένα συρτάρι, σε άλλον τόπο θα μάθεις τις πληγές που άφησες στο δικό σου τόπο, σε άλλο σώμα θα δεις το δικό σου να αλλάζει, τη γη να περιστρέφεται, τη μέρα να μεγαλώνει και να μικραίνει, τη γάτα σου να γερνά αγέρωχη, μια μέρα θα τη χάσεις, θα σε χάσει κι αυτή, τι διάολο μένει, τι διάολο φεύγει, μόνο τα δαχτυλικά αποτυπώματα μένεουν ίδια, αν και για αυτά διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, μετά από τόσα καψίματα, έχει και η αφή τα όριά της, η φαντασία λέει ο θείος Κορνήλιος, κάτι θα ξέρει κι αυτός, έτσι όπως γυρνάνε τα ζάρια στο ποτήρι, εγώ σκέφτομαι μήπως το σπάσω επιτέλους, το ποτήρι αυτό, να το πατήσω κάτω χαράματα σε ένα σκυλάδικο να πάνε οι πίκρες κάτω, κι όπως θα ουρλιάζουμε όλοι μαζί, πελάτες, τραγουδίστριες, μικρόφωνα, τραπέζια, να ανοίξει επιτέλους με μιας ο ουρανός, να σκιστεί η νύχτα στα δύο, από τη μια να κρέμεται ένα φεγγάρι κόκκινο, κι από την άλλη το τίποτα, κι εκεί, μέσα απ’τη σχισμή, να γεννηθέι ξανά ο κόσμος, μωρό που το ξεγέννησαν τα πάθη μας, να πιάσει το μικρόφωνο και να τραγουδήσει σε άπταιστα ελληνικά θέλω να ΄σαι αετός, σ’αψηλά να πας λημέρια το κρασί σου ήλιου φως και να μεθάς τα αστέρια. Κι έτσι, όλοι μεθυσμένοι, θαμώνες, τραγουδίστριες, μωρά, φεγγάρια, ήλιοι, αετοί, νύχτες, κύβοι του Ρούμπικ, αθωότητες κι άλλα τέρατα να πέσουμε μαζί στη θάλασσα, μήπως κι αυτή η αρμυρή μήτρα χωρέσει τον πόνο που ΄ναι γραμμένος στα κύτταρα της ανθρωπότητας όλης από τότε που αποσχίστηκε και απέκτησε και μνήμη, και συνείδηση και φόβο για το επέκεινα. Που θα ρθει, το δίχως άλλο, μια βραδιά που θα νομίζεις πως θα έχει κι επόμενη, κι έτσι να δω πού στο διάολο θα χωρέσουν αυτά που ανέβαλλες, λες και η ζωή έχει ντουλάπια για να παραχώνεις επιθυμίες, παλαιωμένα κρασιά και σουβενίρ από εξωτικά μέρη.
Όταν λέω τώρα, εννοώ τώρα. Αμέσως. Καταλαβαίνεις;

Advertisements