Αθανασία Δανελάτου – Ποίηση και απουσία- Άννα Νιαράκη από το «Τετράδιο πειραμάτων» στο «Μερίδιο των αγγέλων».

Το θεμελιώδες ερώτημα με το οποίο, κατά κανόνα, έρχεται αντιμέτωπο κάθε υποκείμενο που εμπλέκεται είτε αναγνωστικά, είτε συγγραφικά, είτε ανα-κριτικά με το αίνιγμα που θέτει ο ποιητικός λόγος, είναι εκείνο το πρωταρχικό του: «τι είναι ποίηση».

Ο τρόπος που απαντά,  η διατυπώνει κανείς την υποψία του σχετικά μ’ αυτό το, διαρκώς διαφεύγον -κι άρα ανυπότακτο σε στεγανές απαντήσεις-, ερώτημα, αποτελεί και τον παρανομαστή που αντίστοιχα θέτει σε κρίση την προσέγγισή του, απέναντι σε κάθε ένα έργο που συστήνεται ως ποιητικό.

Τι είναι λοιπόν ποίηση; η μάλλον τι είναι αυτό που συχνά, πίσω από ειρωνικά χαμόγελα, ορισμένοι αρέσκονται να ονομάζουν «γυναικεία ποίηση»; Υπάρχει αλήθεια τέτοιο είδος; Η ποίηση είναι άραγε ιστορική, έμφυλη, ταξική; υπερβατική, μεταφυσική; Αρρενωπή η θηλυκή; Μήπως είναι απλώς η μετωνυμική συμπύκνωση των ενορμήσεών μας; Μήπως, εν τέλει αυτού του είδους οι ταξινομήσεις ενδιαφέρουν απλώς και μόνο ένα κάποιο φιλολογικό μεροκάματο, για το οποίο η ίδια ή ποίηση κυριολεκτικά αδιαφορεί, αφού αυτή δεν φτιάχνεται παρά μόνο με λέξεις και μάλιστα κυριολεκτικά ερήμην των ιδεών που τις περιστοιχίζουν; Αυτό, φαίνεται να το γνωρίζει ήδη στην πρώτη της κιόλας πειραματική συλλογή η Νιαράκη που με μαχητική αθωότητα γράφει:

«ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα, αλήθεια

που μεταχειρίζομαι τις λέξεις μ αυτόν τον τρόπο.

Χωρίς να ζητάω άδεια.

Τους είπα να πάνε από κει που’ ρθαν.

Οι λέξεις δεν έχουν ιδιοκτήτη κι αν συνεχίσουν να με ζορίζουν

απείλησα να φτιάξω καινούργιες..» [i]

 

Εν τέλει όσες απαντήσεις κι αν δώσει κανείς στο ερώτημα, ίσως το μόνο βέβαιο να είναι πώς «ποίηση είναι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι», τα ομιλ-όντα πλάσματα της γλώσσας. Ο Μάριος Μαρκίδης, στο πνεύμα αυτό, αναρωτιέται στο τ. 17 του περιοδικού «ΠΟΙΗΣΗ» : «Υπάρχει τάχα ποίηση που να μην είναι γυναικεία;». Και συνεχίζει: «Η πρώτη «ποιητική» στιγμή της ποίησης που αναγνωρίζω είναι όταν ο παπάς εκείνος του Ομήρου που του άρπαξαν την κόρη, ταπεινωμένος, φοβισμένος, κλαίγοντας μ’ όλο το σώμα του κι εξαπολύοντας κατάρες που μόνο οι γυναίκες ξέρουν, παίρνει το δρόμο του γυρισμού απ’ το ακροθαλάσσι…  η κατεξοχήν ώρα της ποίησης ήταν ανέκαθεν κι εξακολουθεί να είναι αυτό το βογγητό, η ματαιωμένη ικεσία του σώματος, η ταπείνωσή του, το κλάμα, ακόμη κι η κατάρα …. …Κανείς δεν μπορεί να επιτύχει τη συγκινησιακή συστοιχία λέξης και νοήματος, αν δεν έχει φυτεμένη στο Είναι του τη συναισθηματική ευκαμψία, την τρυφερότητα και την νευρική ευαισθησία της γυναίκας. Πολύ σωστά κάνουν οι αποιήτιστοι άνθρωποι που αμφιβάλλουν για την αρρενωπότητα των ποιητών…. Ο ποιητής είναι ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα….»[ii]

 

Μακράν της ύπαρξης, η μη, βιολογικής η βιολογίζουσας ευαισθησίας  με έμφυλο πρόσημο,  η ποίηση φτιάχνεται με λέξεις, και πολύ πέραν αυτού που ονομάζεται «έκφραση εαυτού», παραμένει από την εποχή του Ομήρου τέχνη. Τέχνη, όμοια μ’ εκείνη του ξυλουργού η του γλύπτη. Τέχνη, που συστήνεται με λέξεις. Λέξεις που έρχονται να διαγράψουν το εξ αρχής μηδέν,  η και να καλύψουν τον τόπο της έλλειψης με τα γράμματά τους, εκείνου του άλλου που επλέον δεν υπάρχει κι έχει αφήσει το κενό του στην θέση της μοναξιάς και της φαντασίας.  Η ποίηση της Νιάρακη  διατυπώνει το ανάλογον  με τρόπο καίριο:

«Της μοναξιάς μου αποκυήματα της φαντασίας μου παιχνίδια…

…Χωρίς τις Λέξεις θα ήμουν τυφλή Όλα τα όνειρα μου μεταφράζονται

Χωρίς τις Λέξεις δεν θα ήσουν απών.

Θα ήσουν.»[iii]

 

Το σώμα ως απόν, ως ματαιωμένο, ως ενδεές, αντηχείται στην λέξη, που εγγράφει μια νέα παρουσία στην θέση του εξ αρχής η μετέπειτα κενού.  Ωστόσο η ποιήτρια γνωρίζει το μυστικό -κι αυτό άλλωστε την καθιστά τέτοια-, ότι το ποιήμα δεν παράγεται από την έλλειψη, αλλά από την περίσσεια, μια περίσσεια που δεν προέρχεται από τον άλλον, αλλά από το εν-νοημένο «άλλο». Κι αυτός είναι ο λόγος που αυτού του είδους η δημιουργική περίσσεια μοιάζει να είναι μια ανεξερεύνητη εσωτερική λειτουργία, που παραμένει βαθιά μυστηριώδης.

 

«….Στης χορτασμένης επιθυμίας την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.

Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.

Αναπτήρας και ποίημα γλιστράνε στο συρτάρι μου στο πρώτο φως της μέρας.»[iv]

Με τον ίδιο τρόπο,  η ποιήτρια γνωρίζει και πως το πραγματικό σώμα βρίσκεται πέρα κι απ τη λέξη πέρα κι απ την αντήχηση:

 

«Το σώμα ζητά εξηγήσεις. Δεν ημερώνει με Λογικές. Δεν καταφεύγει σε Λέξεις. Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω

Φεύγω.

Πως να δαμάσω τη φωτιά με μοΛύβι και χαρτί; Στάχτη από Λέξεις. Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία; Κόβει βόλτες στον κήπο σαν πεινασμένο αγρίμι.

Όλη τη νύχτα. Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα σάρκα ζητάει σώμα να ταΐσει το σώμα…»[v]

 

Τι είναι αυτό που η Νιαράκη πειράται η αποπειράται στο τετράδιο των ποιημάτων της; Και ποιός είναι ο τρόπος με τον οποίον αρμόζει να προσεγγίσουμε την ποίησή της; Αν όπως έχει ειπωθεί «Η δημιουργία οικοδομείται διαδοχικά κλιμακωτά»[vi] τότε η ποίησή της πρέπει να ειδωθεί στην διαλεκτική των πειραμάτων της όπως εκτυλίσσονται στις δυο της συλλογές. Στα ποιήματα δηλαδή που απέδωσε η απόπειρά της, στην πυρά και την πείρα που διέπει το ποιητικό της παρών. Η ίδια μας συστήνεται από την αρχή ως αποφασισμένη να πορευτεί στην ενδοχώρα: «εκκινώ πορεία μοναχική ανάλγητη στην ενδοχώρα της ψυχής» γράφει. Στο τετράδιο πειραμάτων της, με την πένα της βουτηγμένη στην αθωότητα του μοντέρνου, ψηλαφίζει, από ένα μακρινό μα διαρκές παρελθόν, την απουσία διατυπώνοντας τον ποιητικό της εαυτό διττά : από τη μια ως ζώσα δημιουργό που ραίνει το χάσμα της έλλειψης με λέξεις- στάχτες που παράγουν το δικό της Νόμο, κι από την άλλη ως συνομιλητή, σε β’ πρόσωπο, ενός απόντος, τόσο βαθιά εσωτερικευμένου που φτάνει ν’ αναμετριέται μαχητικά τον θάνατο, ως έννοια, έχοντάς τον όμως ήδη προ πολλού προσλάβει μόνιμα στο προσκεφάλι:

 «Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα χορεύει φρέσκια μέσα μου η

απώλεια χέρι-χέρι με τη μνήμη»

«Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,

και δεν είναι πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω

είναι που απλώς καμιά φορά δεν ξέρω κατά που να πάω.»[vii]

 

Έτσι, συχνά το ποίημα δεν είναι παρά η εκδίπλωση της απουσίας που το συγκροτεί, που το συγκρατεί και που το χρειάζεται. Δεν είναι παρά ως αίτημα ανάπτυξης του εαυτού του[viii]:

«Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,

Απελπισμένες προσπάθειες να μην ξεχάσω,

Βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ……»[ix]

 

«Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία» γράφει ο Ελύτης στους «Προσανατολισμούς». Δομημένο στο άνθος της απουσίας, το ποιητικό ιδιόλεκτο της Νιαράκη έχει την επιδέξια ιδιότητα να παραμένει στον αφρό την ίδια στιγμή που τα πόδια του βρίσκονται στον πάτο του πηγαδιού. Η πρώτη της συλλογή, μια γενναία δέηση ζωής έναντι της ένδειας, χαρακτηρίζεται από αυτό που ονομάζει ο Ουμπέρτο Σάμπα λογοτεχνική τιμιότητα: Αδιάφορη στο να καταχωρηθεί η να ενταχθεί , δεν βιάζει την έμπνευση ούτε κι επιχειρεί να την παρουσιάσει υπερβατικότερη και πλουσιότερη από ότι είναι, παγίδα στην οποία συχνά πέφτουν νέοι ποιητές. Δεν παρασύρεται από την ευκολία ενός οίστρου, ακόμη κι αν τον διαθέτει- και αντιδρά στην πνευματική οκνηρία που θα την περιορίσει απλώς σ ένα στίχο δυναμίτη. Αντίθετα εμμένει στην ολοκλήρωση του ποιήματος που συχνά δεν είναι παρά ο κύκλος ενός συναισθήματος, μιας σκέψης, η μιας συγκίνησης που νοείται.

Παρότι στην πρώτη συλλογή της η Νιαράκη μοιάζει ν ασκείται στην αυτογνωσία, η αιτία της ποιήσεώς της δεν βρίσκεται σε μια επιθυμία άσκησης αυτογνωσίας απλώς, αλλά μοιάζει το μάλλον να πηγάζει από μια «ξέφρενη επιθυμία για αυθεντικότητα, ένεκα της οποίας δεν στέργει, όταν χρειάζεται, να πει και κάτι που έχει ξαναλεχτεί»[x] . Εκεί μάλιστα, στο ξαναλεχθέν είναι που, κατά την άποψη μου, δοκιμάζεται κερδίζεται η μοναδικότητά της ως ποιήτριας διότι τα «κοινότυπα» εκφερόμενα από την Νιαράκη ως μέρος του αυθεντικώς αναπόφευκτού της, καθίστανται απροσδόκητα και ως εκ τούτου πρωτόφαντα.

Σταδιακά από το πείραμα μέχρι το μερίδιο η ποίηση της Νιαράκη μοιάζει να βαθαίνει, να μετατρέπεται σε εμπειρία της ουσίας της ένδειας. Μοιάζει να καταφάσκει το είναι ως ένδεια :

«….Ανοίγω τη βρύση

-η σιωπή μεθά με τους απόντες-

Θέλω να ζήσω στο ρυθμό
μία γλώσσας ρέουσας.

Ξαναγράφω το νερό με την αφή,

με το ξέπλυμα της ήττας….»

 

 

 

 

κι αλλού:

«Όλες μου οι ανατροπές ξανακερδίζονται

στο ζύγι.

Σα να ‘χουν τα δάκρυα πω ειδικό το βάρος τους.

Κι απ’ τη βροχή. Κι απ’ τη θάλασσα. Κι απ’ την ήττα».

 

Σ αυτή την ατραπό, η Νιαράκη από το πείραμα στην πείρα από τον αδάκρυτο θρήνο στο ποιητικό απόσταγμα, φαίνεται, διερχόμενη από ανατροπές και σχετικότητες να πορεύεται την ενδοχώρα ολοένα πιο σταθερά αφήνοντας στο λεκτό της,  σαν το ουίσκι που ωριμάζει χρόνια στα βαρέλια, μια επίγευση μεστότερη, εκείνη της ορμής της ζωής της εμπλουτισμένης από την γενναία αποδοχή του θανάτου που σάμπως ψέμματα; Ίσως δεν είναι παρα προϋπόθεση αθανασίας:

Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν κι εγώ είπα το τέλος. Μέγα μέγεθος σε θεωρούν. Εγώ, το απόλυτο μηδέν.

Δεν σε έχουν συναντήσει παρά μονάχα σε βιβλία και διδασκαλίες μυστικιστικές. Δεν ρώτησαν κι εμένα που ένα πρωί μου χτύπησες την πόρτα κι είπες

-Χαιρέτα τον πατέρα σου, φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

 

Η Άννα Νιαράκη, έχει σίγουρα πολλά να δώσει στην ποίηση. Δεν έχουμε παρά να υψώσουμε μαζί της το ποτήρι  κατά την μεριά των αγγέλων…

 

Ενναλακτικές:  

Ο θάνατος είναι ένα πάρτυ
με όλους μας καλεσμένους.
Άλλος θα πάει από νωρίς

άλλος στην ώρα του
άλλος θα αργήσει λίγο.
Στο τέλος όμως δεν θα
απουσιάζει κανείς.

Έτσι είπαν στο Λάζαρο ένα βράδυ
και κανείς δεν κατάλαβε το
τρανταχτό του γέλιο.

Aθανασία Δανελάτου, δικηγόρος
Πάτρα 30.03.2012

 

Το κείμενο εκφωνήθηκε  στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο στα πλαίσια της σειράς εκδηλώσεων τα Σάββατα της ποίησης  αφιέρωμα στην ποιήτρια Άννα Νιαράκη


[i] Άννα Νιαράκη: «Τετράδιο Πειραμάτων» , σελ. 27 :«Η άγνοια(κινδύνου) σκοτώνει (τον κίνδυνο)» , Πάτρα 2010, Χαραμάδα

[ii] Μάριος Μαρκίδης : “Kλειδιά και αντικλείδια του σώματος», περιοδικό «Ποίηση» τ.17, σελ 280, Αθήνα 2000, Νεφέλη (στο Ζέφη Δαράκη: «Το σώμα δίχως αντικλείδι»)

[iii]  Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. «Η ηδυπάθεια της φιμωμένης ερωμένης»  Παρίσι 2012

[iv] Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. 33 «………»   Παρίσι 2012

[v] Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. 33 «………»   Παρίσι 2012

[vi] Μαρίνα Τσβετάγιεβα

[viii] Μαρίτα Τάταρη: «Προς τι οι ποιητές; Μια παραλλαγή πάνω στον Χάιντεγκερ» περιοδικό «Ποίηση» τ.24, σελ 81, Αθήνα 2004, Νεφέλη.

[ix] Άννα Νιαράκη: «Τετράδιο Πειραμάτων» , σελ.17 :«απουσία» , Πάτρα 2010, Χαραμάδα

[x] Umberto Saba:  “TΙ μένει να κάνουν οι ποιητές», Τεργέστη Φεβουάριος 1911, μτφρ. Νίκος Αλιφέρης, Αθήνα 2005, ‘Αγρα, σελ. 24

Advertisements