Αγγελική Μικρού – Τετράδιο Πειραμάτων

Με την Άννα γνωριστήκαμε το φθινόπωρο του 2009, σε ένα υπόγειο στην οδό Κοραή. Τότε, με δική της πρωτοβουλία, άρχισε να σχηματίζεται σιγά σιγά μια παρέα που συναντιόταν τις Πέμπτες τα βράδυα στο Φυσιολατρικό Σύλλογο Πατρών. Μια παρέα με ανθρώπους αρκετά ετερόκλητους μεταξύ τους που όλοι μαζί κουβέντιαζαν, γελούσαν και διάβαζαν ποίηση. Ένα χρόνο μετά, το 2010, η Άννα εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τετράδιο Πειραμάτων.»

Ακόμα και τώρα, διαβάζοντας σε πρώτο επίπεδο τη συλλογή της,  στο μυαλό μου αναδύονται εικόνες, ήχοι και μυρωδιές από τον καιρό που περάσαμε στο υπόγειο του φυσιολατρικού. Διαβάζω το «Τετράδιο Πειραμάτων» και από το χαρτί διαχέεται στο χώρο η μυρωδιά του ζεστού καφέ, του τσιγάρου, του αλκοόλ και της υγρασίας που σκαρφάλωνε στους τοίχους και πότιζε τους φθαρμένους καναπέδες. Διαβάζω και βλέπω την Άννα με ένα μάλλινο μαύρο φόρεμα, να διαβάζει ποιήματα της, κρατώντας το τσιγάρο στο ένα χέρι και το χαρτί με τα ποιήματα στο άλλο. Ακούω τη χροιά της φωνής της, άλλοτε ζεστή και γλυκιά, άλλοτε πιο αυστηρή και ενίοτε σαρκαστική, μα πάντοτε ολότελα απορροφημένη, χωμένη στο δικό της ποιητικό σύμπαν, ξεκλειδώνοντας με τις λέξεις της την πόρτα του.

Διαβάζοντας σε δεύτερο επίπεδο, οι μνήμες καταλαγιάζουν και αρχίζουν να αναμοχλεύονται συναισθήματα. Τα ποίημά της γίνονται τα αντιδραστήρια ενός πειράματος με τις δικές μου σκέψεις, με τα δικά μου συναισθήματα. Επωάζονται μέσα μου, σε συνθήκες όχι πάντα βέλτιστες, αντιδρούν πότε ενδόθερμα και  εξώθερμα και με μικρές εκρήξεις, αλλά το πείραμα πάντα πετυχαίνει. Στο επίπεδο αυτό η περίεργη αίσθηση οικειότητας γίνεται ακόμα εντονότερη. Υπάρχουν κάποια ποιήματα της Άννας, τα οποία δεν τα έχω μόνο ξανακούσει. Νιώθω πως τα έχω ξαναζήσει, έχω αναρωτηθεί ξανά με τον ίδιο τρόπο, θέτοντας τα ίδια ερωτήματα, αφήνοντας κάθε φορά μετέωρη την απάντηση να ξεγλιστρά από την αντίληψη μου και να τρυπώνει στο χαρτί κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ποίηση.

Η πρώτη λοιπόν ποιητική συλλογή της Άννας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα και  έχει τίτλο «Τετράδιο πειραμάτων». Τίτλος  που παραπέμπει αφενός στην ποίηση, καθώς η ίδια έχει δηλώσει πως «κάθε ποίημα είναι ένα πείραμα μέχρι να φτάσει η στιγμή που κάθε ποίημα θα είναι ένα ποίημα» και αφετέρου θυμίζει την άλλη ιδιότητα της ποιήτριας, εκείνη της χημικού και ερευνήτριας. Θα μπορούσα άνετα να φανταστώ την Άννα να γράφει στίχους στο τετράδιο του εργαστηρίου της, εκεί στις τελευταίες σελίδες του και μετά τα εργαστηριακά πειράματα, να ασχολείται με τα ποιητικά πειράματα, τις μεταμεσονύχτιες ώρες κατά προτίμηση.

Η συλλογή περιλαμβάνει 28 ποιήματα, γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, με έκδηλη αφηγηματικότητα και εσωτερικό ρυθμό. Η γραφή της διακατέχεται από  ευαισθησία, παρατηρητικότητα και ειλικρίνεια. Άλλες φορές πάλι, οι στίχοι της ντύνονται με έναν λεπτό σαρκασμό, ο οποίος κάνει την ποίησή της πιο πικάντικη, ενώ από τη φαρέτρα της δε λείπει και το χιούμορ, όπως στο ποίημα «χωρίς μακιγιάζ»:

«Με το που ξύπνησα σε είδα να γελάς

Πάνω από το κεφάλι μου

Αναρωτήθηκα τι έβλεπες και πώς.

Και μετά το συνειδητοποίησα.

Εσύ με έβλεπες χωρίς μακιγιάζ

Κι εγώ χωρίς αλκοόλ…»

Ο λόγος της οξύς, διεισδυτικός, συχνά με φιλοπαίγμων διάθεση,  κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη με τις ευφάνταστες μεταφορές και παρομοιώσεις της που ξαφνιάζουν. Μέσα από τα ποιήματα της, με γλώσσα απλή και ανεπιτήδευτη, καταφέρνει να αποστάξει το άρωμα των πιο κοινών καθημερινών εικόνων με έναν πολύ προσωπικό και συχνά αναπάντεχο τρόπο, επινοώντας γλαφυρές εικόνες και ήχους, όπως στην περίπτωση των ποιημάτων «από μηχανής θεός» και «ένα λεπτό».

Η Άννα γράφει για τον έρωτα, τη συντροφικότητα, την ποίηση. Γράφει για τη μοναξιά, την απώλεια, την αναμονή, τα αδιέξοδα, τον ανεξερεύνητο άλλο και τον ανεξερεύνητο εαυτό. Γράφει εκκινώντας, όπως λέει και η ίδια, «πορεία μοναχική, ανάλγητη στην ενδοχώρα της ψυχής». Επίσης η ποίησή της συχνά τροφοδοτείται από δίπολα: εφικτό-ανέφικτο, μνήμη-λήθη, απουσία-παρουσία, εγώ-εσύ, φωνή-σιωπή. Δίπολα-θραύσματα της καθημερινότητας, που συγχέονται καλειδοσκοπικά το ένα μέσα στο άλλο και στο τέλος συνθέτουν τη δική της πραγματικότητα.

Ο έρωτας, ο οποίος κατέχει κεντρική θέση στο έργο της,  άλλοτε βιώνεται λυτρωτικά ως συντροφικότητα και ελπίδα και άλλοτε βασανιστικά, σαν αρρώστια ή χίμαιρα που στοιχειώνει την ποιήτρια με «το σύνδρομο εφικτής ουτοπίας»

«έστειλα τις ανάγκες μου για υιοθεσία.

θα με ειδοποιήσουν είπαν, όταν βρεθεί ο κατάλληλος.

Η αλήθεια είναι πως δε με νοιάζει και πολύ ποιος θα τις πάρει

αρκεί να αντέξει και να μην τις επιστρέψει.

Ειδικά αυτήν την τελευταία που με έκανε να κυνηγάω χίμαιρες.

Αυτήν ήθελα να ξεφορτωθώ πιο πολύ από όλες.

Ίσως τώρα, ελεύθερη συνδρόμου εφικτής ουτοπίας

Να καταφέρω να κυνηγήσω κάποιον Κώστα, Γιώργο, Θανάση…»

Από τη μια μεριά ο έρωτας είναι σάρκινος, απτός, ρεαλιστικός. Έχει τη μορφή ενός προσώπου, ενός ονόματος, ενός σώματος, του οποίου το στέρνο είναι αρκετό για να τροφοδοτήσει στίχους, υμνώντας την εντροπία του έρωτα και αδιαφορώντας για το εφικτό και τα ανέφικτο, όπως στο ποίημα «εραστές από χαρτί». Από την άλλη, όπως στο ποίημα “terra incognita” βιώνεται ως προσμονή μιας αποκάλυψης, ένα γεγονός σχεδόν μυστικιστικό, του οποίου η ποιήτρια μπορεί να νιώσει μόνο την αύρα, ενώ κατά τα άλλα αποτελεί για αυτήν άγνωστη γη.

Η Άννα προσπαθεί να ενώσει σκόρπια κομμάτια του παζλ αλλά μένει να αναρωτιέται στις «δυνάμεις συνάφειας»:

« Τι ερωτεύεσαι άραγε:

Τον άλλο ή την πιθανότητα;»

Στον άλλο άξονα της ποίησής της βρίσκεται η μοναξιά. Η μοναξιά, η οποία βιώνεται ως απότοκος της απουσίας:

«τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,

απελπισμένες προσπάθειες να μην ξεχάσω,

απελπισμένες απόπειρες να θυμηθώ…»

ή ως απότοκος της απόστασης και των αδιέξοδων σχέσεων, όπως στο «τόσο κοντά στην απόσταση» και στη «φυγή»:

«Να βάλουμε κι άλλα ανάμεσά μας.

Απόσταση, τσιμέντο, τοίχους, ανθρώπους,

Φωνές δυνατές, να καλύπτουν τους σφυγμούς,

οργή δυνατή να καλύπτει τη λύπη.»

Επίσης η μοναξιά παρουσιάζεται ως απότοκος της απώλειας αγαπημένων προσώπων, όπως στο «δώδεκα χρόνια» που είναι αφιερωμένο στον πατέρα της.

«Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα

χορεύει φρέσκια μέσα μου

η απώλεια χέρι-χέρι με τη μνήμη.»

Αυτά είχα να σας πω για το «Τετράδιο Πειραμάτων». Είναι μια συλλογή που διάβασα με μεγάλη ευχαρίστηση και θα διαβάσω ξανά. Εύχομαι στην Άννα να είναι πάντα καλά να συνεχίσει να μας χαρίζει ποιήματα που θα διαβάζουμε και θα μας κάνουν να χαμογελάμε, να θυμόμαστε, να νοσταλγούμε. Δε θα σας κουράσω άλλο. Γιατί όπως λέει και η ποιήτρια:

« Είναι κουραστικοί και θλιβεροί οι μονόλογοι.

Και κλέβουν πάντα το χειροκρότημα.

Εκβιαστικά.»

Το κείμενο εκφωνήθηκε  στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο στα πλαίσια της σειράς εκδηλώσεων τα Σάββατα της ποίησης/  αφιέρωμα στην ποιήτρια Άννα Νιαράκη
Αγγειλική Μικρού, βιολόγος

Advertisements