Πεπατημένη

Στάθηκες κάποτε στη μέση της ερήμου.

Να αποφασίσεις έπρεπε

αν μοναχική θα ήταν η πορεία σου

και δοξασμένο το όνομά σου

ή αν φιλήσυχα θα ακολουθούσες

την πεπατημένη.

Ποιος ξέρει, ίσως να ήταν και ματαιοδοξία

κρυμμένη βαθειά μες στο κύτταρο σου,

η ανάγκη της ανθρωπιάς να αντισταθεί

στο έρεβος και τη λήθη.

Μα όποια φωνή κι αν άκουσες

-κάποιου θεού ή και τη δική σου-

στο δρόμο αντιλήφθηκες πως για να

χωρέσει τους πάντες η αγκαλιά σου

πάντα άδεια έπρεπε να μείνει από χάδι.

Και για να δοθείς στους πάντες απλόχερα

έπρεπε κανείς δικό του να μη σε έχει.

Ούτε πατέρας, ούτε αδέρφια, ούτε γυναίκα

ούτε παιδιά.

Μόνο η μάνα σου, για να μετράει τα καρφιά.

Κι εμείς που απομείναμε και ανασταίνουμε

κάθε χρόνο Τα πάθη σου.

Αυτά είναι που γιορτάζουμε, ούτε την αγάπη,

ούτε τα θαύματα.

Κάπου βαθειά η ανθρωπιά μας χαίρεται

που άλλος τη θυσίασε για να συγχωρεθούμε,

κι έτσι μπορούμε πιο ανάλαφρα να ακολουθούμε

τις πεπατημένες.

Μετά το πέρασμα

Εσύ επιστρέφεις στους ουρανούς

κι εμείς στη σάρκα μας.

Advertisements