Στον κήπο της αναρχίας

Αντί για όπλα

στα χέρια κρατούσαμε βολβούς

κι αντί για σφαίρες

λουλούδια φυτεύαμε στο χώμα.

Ο χρόνος είχε μεταμορφωθεί σε

δέντρο με όλα τα κλαδιά ανθισμένα

καθώς μια άνοιξη μόνιμη είχε

κυριαρχήσει στον πλανήτη.

Τα βράδυα ανάβαμε φωτιές

γυμνοί χορεύαμε σε κύκλους.

Παιδιά γελούσαν κι έτρεχαν

στο πλάι μας ξυπόλυτα.

Τα πουλιά είχαν επιστρέψει κι

έφτιαχναν φωλιές στις στέγες

και στις αυλές.

Οι γονείς μας, έπιναν βερμούτ

κι έτρωγαν ξηρούς καρπούς στη

βεράντα κι ένα άρωμα γιασεμιού

μεθούσε τις καρδιές και μάγευε

την πλάση.

Ο κόσμος έμοιαζε σχεδόν ευτυχισμένος,

ήσυχος, με τους νεκρούς ν΄αναπαύονται

εν ειρήνη και τους ζωντανούς να σμίγουν

να ερωτεύονται, να χωρίζουν, να γελούν,

να γεννούν, να παράγουν, να μοχθούν

να απολαμβάνουν.

Τα σώματα έσφυζαν από ζωή,

τα μάτια άστραφταν, μια γλυκερή

θαλπωρή παραχωρούσε τη θέση της

στην ηδονή, μια ανοιξιάτικη παραφορά

έριχνε τα σώματα στη φωτιά και με χυμούς

ερωτικούς τα ξεδιψούσε.

Μοιάζαμε σχεδόν όμορφοι

Μοιάζαμε σχεδόν άνθρωποι

έτσι όπως είχαμε αρχίσει να

ανασαίνουμε ξανά το γιασεμί

καθισμένοι κατάχαμα στον ξέφραγο

κήπο της αναρχίας.

Τα σχολεία είχαν κλείσει καιρό τώρα,

και τα εργοστάσια το ίδιο.

Έμοιαζαν οι πόλεις με φυλακές

κακόγουστο αστείο κάποιου

άρρωστου νου, σαν παραφωνία

ξεπρόβαλλαν στο βάθος του ορίζοντα.

Είχαν από καιρό μείνει παρατημένες

έρημες, βουβές. Ούτε τα τρωκτικά δεν

έμειναν πίσω. Μετά την Παράκρουση,

όπως την γράψαν στα βιβλία, ή την Αφύπνιση

όπως τη λέγαν οι αδικαίωτοι προφήτες

όλοι σαν υπνωτισμένοι αρχίσαμε να τρέχουμε

προς κάθε κατεύθυνση. Λες και κάποιος αόρατος

ωρολογοποιός είχε κουρδίσει τα εσωτερικά μας ρολόγια

όλοι μαζί, χαράματα ξεκινήσαμε να ανοίγουμε τις πόρτες,

να παρατάμε σπίτια, αυτοκίνητα, κινητά, λεφτά, περιουσίες

και να τρέχουμε, ένας ένας στην αρχή, ύστερα σε ομάδες,

ύστερα όλοι μαζί. Καθώς προχωρούσαμε, όλο και κάτι περισσότερο

αφήναμε πίσω. Άλλος τον φορητό υπολογιστή, άλλος την ομπρέλλα,

άλλος τα παπούτσια του, σιγά σιγά αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα μας,

πρώτα οι γυναίκες, μετά τα παδιά, ύστερα οι γέροι και τελευταίοι οι άντρες.

Κι όταν φτάσαμε τελικά

τίποτα δεν μας έλειπε.

Είχαμε αυτό που από χρόνια

είχαμε χάσει.

Είχαμε πάλι ο ένας τον άλλο

κι αυτό μας έσπρωξε να ξαναθυμηθούμε.

Να ξαναπάμε απ’ την αρχή το παραμύθι.

Είμασταν πάλι στον ίδιο κήπο

μόνο που τώρα τα φίδια ήταν

ευπρόσδεκτα, και τα μήλα

φαγώνονταν από όλους.

Και πραγματικά τίποτα άλλο

δεν είχε σημασία.

Κι ήταν εντάξει να είσαι εσύ

να μην πεινάς, να μην χρειάζεται να φοβάσαι

έμοιαζε αμαρτία να μην αγαπάς, ήσουν

ελεύθερος να αγαπιέσαι

κι όλο αυτό το ταξίδι

άνηκε πια στο παρελθόν

ένας εφιάλτης από μπετόν

μια γκρίζα σελίδα όπως λεν

στην ιστορία.

Τίποτα που μια άνοιξη και ένα γιασεμί

να μην μπορούν να σβήσουν.

Advertisements