Film noir

 

Είδα τη γενιά μου στοιβαγμένη σ’ ένα λεωφορείο

Να τραβάει για αλλού

Κι εγώ, με τα χέρια στις τσέπες, όπως πάντα,

Επέστρεφα.

Δεν ένιωσα την παραμικρή ανάγκη να κάνω ένα

σήμα, να τρέξω

να την προλάβω στο φανάρι, ή έστω κάπως άτσαλα

να αποχαιρετήσω, όπως αποχαιρετούμε ένα φίλο που

φεύγει, κάποιον συγγενή από άλλη πόλη, έναν έρωτα που

έσβησε.

Καμία συγγένεια δεν ένιωθα

γι’ αυτούς στο λεωφορείο.

Ίσα ίσα, το σχεδόν εξ’ αντανακλάσεως αίσθημα

λύπης που μου προκάλεσε η εικόνα- πάντα λυπάμαι όταν

φεύγουν τρένα, πλοία, αεροπλάνα κι εγώ δεν είμαι μέσα-

αντικαταστάθηκε αίφνης με ένα

κύμα άγριας χαράς και ανακούφισης.

Μα κι αυτό δεν κράτησε για πολύ.

Σε λίγο είχα επιστρέψει,

στη λευκή σελίδα.

Και στο μαύρο της νύχτας.

Advertisements