Μέσα σε ένα παράθυρο

Η γοητεία των λέξεων που περικλείουν αμφισημία.

Το παράθυρο ορίζεται ως ένα άνοιγμα στον τοίχο για την είσοδο φωτός και αέρα. Είναι όμως τόσα παραπάνω, όσα σχεδόν μπορεί κανείς να δει από την ανοιχτή του θέα, προς τα έξω μα και από την ανάποδη. Κρυφοκοιτώντας μέσα, στο δωμάτιο που οι τοίχοι του ορίζουν ένα σχηματικό καταφύγιο για την φιλοξενία.

Και ίσως όσα δεν υπάρχουν πια, παρά μονάχα αντανακλούν στο φευγαλέο πετάρισμα βλεφάρων, όσο κρατάει μια αναπόληση, μια δρασκελιά της μνήμης που γεφυρώνει τόπους, χρόνους κι ανθρώπους.

Ένα ξελασκάρισμα του γιακά, άνοιγμα του τελευταίου κουμπιού στο πουκάμισο, τράβηγμα της κουρτίνας και το κεφάλι έξω. Έξω στον αέρα, ανασαίνοντας ξανά, κι ύστερα ίσως μέσα, με τις γρίλιες μισόκλειστες να φιλτράρουν το φως, τον αέρα, το θόρυβο.

Κάποτε ένα πουλί χτύπησε με φόρα το τζάμι και σωριάστηκε ζαλισμένο στο δρόμο. Κάποτε κάποιος ακολούθησε την ίδια μοίρα από την ανάποδη.

Μια πύλη εισόδου και εξόδου. Από το δωμάτιο, από τη σκέψη. Από τον εαυτό μας. Στο δωμάτιο, στη σκέψη. Στον εαυτό μας.

Ακόμα κι αν δεν αλλάξεις θέση εσύ, η θέα αλλάζει. Από την πρωινή δροσιά που επικάθεται σαν διάφανη μεμβράνη στα κεραμίδια και τις ταράτσες, από την νυχτερινή σιωπή που θρυμματίζεται στο πρώτο φως της μέρας, την μπουγάδα που απλώθηκε και στέγνωσε, τα κλειστά παράθυρα απέναντι που ανοίγουν και κλείνουν περιοδικά, από την θαμπή σκονισμένη ραστώνη του μεσημεριού μέχρι την απογευματινή φλυαρία και τέλος τη βραδυνή περιπολία των σκιών πάνω στους τοίχους, πίσω από κουρτίνες διάφανες της μοναξιάς και της παρέας ως το κίτρινο φεγγάρι που ξεπροβάλλει και κρέμεται σαν γλόμπος γυμνός, με το ισχνό του φως να χωνεύεται μέσα στα φώτα της πόλης, ώσπου να μείνει μόνο του, στερεωμένο στο κενό μέσα στα ανήσυχα δωμάτια της νύχτας.

Vakxikon τεύχος 15

Advertisements