Σαρωτική αδράνεια

Δεν παίρνεις από λόγια

δε σε τρομάζει η παρακμή

Χρόνια τώρα τσακίζομαι στα μάτια σου

σκορπίζοντας τον εαυτό μου

εδώ κι εκεί

βορρά στο χρόνο, που ανηλεώς με επισκέπτεται

Κι εσύ να με κοιτάζεις

μέσα απ’ τα μάτια εκείνης της φωτογραφίας

χαμόγελο του ‘95

εγκλωβισμένη σε διαρκή νεότητα

Χάνομαι στην ερημιά πολυσύχναστων δρόμων

να σμιλεύω τις αντιστάσεις μου, αθέατη

Χαρίζω το γέλιο μου σε όνειρα ξένα

και τη συμπόνια μου σε φίλια δράματα

Κωφεύω μέσα κι έξω απ’ την αλλαγή μου

Ανατρέπω τα μισόφωτα σε μισοσκόταδα

και μετρώ τα σημάδια μου στις ατέλειες

των παραμορφωμένων μου σχημάτων

Κανείς δε μ’ αγάπησε όπως εσύ

Τόσο επίμονα, τόσο ακραία

σε τόσην έκταση αφής

Δεν έχω πια άλλους όρκους να πατήσω

Σήμερα που η ακινησία έχει την τιμητική της

διαβάζω τη σιωπή μου

σαν άγνωστη λέξη

Ευτυχώς για τα λόγια που δεν ειπώθηκαν

και θανατώθηκαν αφόρετα

Ευτυχώς

που δεν έφτιαξα όρια στα όνειρα

και φράχτες στους γκρεμούς μου

Ευτυχώς

που ακόμα μπορώ

να σε βλέπω να γερνάς ταλαντευόμενος

Θα θωρακίσω την επαύριον με τη θλίψη μου

Στα στεγανά της απουσίας

παρελθόν δεν εισβάλει ούτε μέλλον

Μην έρθεις

Στέλλα Γεωργιάδου

Advertisements