Από μολύβι

Στο Γ.Ζ.


Δεν θα περιέχει μάλλον τίποτα.
Αυτό το κουφάρι, σαθρό της κοινωνίας ομοίωμα
Που ράψαν για κουστούμι μου.

Να το αποτινάξω θέλω
σα ζυγό, μα πώς,
όταν ζυγοί, κρέμονταν από πάνω μου
άνθρωποι την ώρα που γεννιόμουν.

Και με ένα φορτίο κολύμπησα
από τότε που με βγάλανε στη θάλασσα

Μα εγώ ξυπόλητη
να παίζω με τις λάσπες ήθελα
Και μεγαλώνοντας αυτή η έξη μου
με έφερε πιο κάτω.

Ίσως και να με εξύψωσε ποιος ξέρει
Γιατί στα μάτια τους αντίκριζα το φόβο
Του καθαρού , στεγνού, γονατισμένου ανθρώπου
Μπροστά στο Άλλο, το τσακισμένο,
αυτό που είναι ξεκάθαρα
το όχι καθαρό, και οι λεκέδες φαίνονται..

Είναι και αυτή η μυρωδιά από χώμα,
που κουβαλάνε όλοι όσοι μοιράζονται
αυτή την άληκτη πληγή του πεπρωμένου τους.

Την έξη για ανυπακοή, που από φυσικού τους ρέει
Κι όχι γιατί η μόδα των καιρών προστάζει επαναστάτες

Που πάνε μπροστά της μοίρα τους, χωρίς να επιδιώκουν
Προπορεύονται, των κουφαριών και των άδειων κουστουμιών
Εχθροί μόνο γιατί υπάρχουν.
Χωρίς να επιθυμούν να γίνουν, να μοιάσουν, είναι και πάνε
πάντα αγκαλιά με έναν τροχό, αφήνοντας δώρο το σταυρό
στους τόσους του μνηστήρες .

Κι απ’ το λαιμό τους κρέμεται μια σφαίρα
από μολύβι.

Advertisements