Παύση

 

Πάνω σε σχεδίες κολυμπούσαμε
κόντρα στο ρεύμα.
Πασχίζαμε να βγούμε στην ακτή,
κι όμως γελούσαμε
κι όταν κάποιος ζύγωνε κοντά
τον πιτσιλούσαμε φωνάζοντας
σαν τα παιδιά που παίζουν.
Ναι,
είχαμε ναυαγήσει.
Ναι,
κάποιοι πνίγηκαν.
Ίσως κι εμείς να μην
τα καταφέρναμε
να βγούμε στην ακτή.

Κι ίσως αυτό που γυάλιζε
στο βάθος, να μην ήταν καν
ακτή παρά το θαμπό αντιφέγγισμα
του ορίζοντα καθώς η νύχτα υποχωρούσε
στην αυγή.

Μα αυτό δεν ήταν λόγος
για να σωπαίνουμε.
Σε κάθε στιγμή παραμόνευε
μια παγωμένη, αιώνια σιωπή
να μας βυθίσει.
Δεν είχαμε άλλα όπλα.
Οι αντοχές λιγόστευαν.

Το γέλιο μας, το μόνο ξόρκι.
Και κάθε κύμα που δεν μας έπνιγε
αφορμή για πιο δυνατά γέλια.

Παραληρούσαμε, κι όμως αυτό το
παραλήρημα πόσο κοντά ήταν στην
ευτυχία.
Μας γέμιζε έξαψη, μας πότιζε μ’ εγρήγορση.

Ίσως ποτέ να μη γελάσαμε πιο ειλικρινά.
Πιο δυνατά. Πιο γάργαρα από τώρα
που αναμετριόμασταν στα ίσα με την παύση.

Ξημέρωσε.
Ανοίξαμε τα μάτια μας θαρρείς
ταυτόχρονα.
Μας είχε ξεβράσει η θάλασσα
μαζί με ξύλα και σκουπίδια.
Μετρηθήκαμε με τα μάτια
κι όταν σιγουρευτήκαμε πως
είμασταν όλοι έκει
ξεσπάσαμε σε κλάμματα.

(φωτογραφία Λάμπος Ζεγκίνογλου)

Advertisements