ο tom waits κι εγώ

φορές
αυτό που κουδουνίζει
δεν είναι
το μυαλό μου, παρά
ο ήχος
της φλέβας μου
στον κρόταφο
μη ζητάς δικαιοσύνη
έρχεται πάντα δεύτερη
τα πρώτα να ζητάς
τα τελευταία τα κερνάνε
ακόμα και οι χειρότεροι μπάρμεν
κι αν τίποτα δεν έρχεται
-και δεν μπορώ να σου υποσχεθώ
πώς πάντα κάτι θα έρχεται-
κάτι ίσως ποτέ να μην έρθει
κάτι ίσως μόνο να πηγαίνει
μόνο του
όπως πάντα
από την άλλη πλευρά του δρόμου
σταθερά αντίθετα από
εκεί που κοιτάζεις
κι αυτό που πετάς
κάποια μέρα επιστρέφει
-από την άλλη πλευρά του δρόμου-
και σε κοιτάζει σταθερά
στα μάτια
με μάτια σαν τα δικά σου
και σε ρωτά σιωπηλά
αυτό που τόσα χρόνια
αποφεύγεις να απαντήσεις
- ποιός είσαι;
κι είναι απ’την καρδιά
όταν σου λέω
- δεν ξέρω
κι αν λέω ψέμματα
well, θα το πάρω μαζί μου…

σημειώσεις θαυμάτων

 

 

εἰ δὲ παράδοξα ἔπαθε͵ μὴ ἀπιστήσητε· θαυματοποιοὶ γὰρ οἱ ὄνειροι. (Λουκιανός, Περὶ τοῦ ἐνυπνίου 14.11-12)

 

Είδε στον ύπνο του πως ήταν νεκρός.

Το έβλεπε συχνά- κι ήταν κάθε πρωί

το άνοιγμα των βλεφάρων ένα μικρό θαύμα.

με το θαύμα να σημαδεύει στον κρόταφο

Λοιπόν, μου είχαν τελειώσει τα θαύματα

ή καλύτερα θα έλεγα- δεν είχα ποτέ λαγό στο καπέλο μου.

Άδειο ευθύς εξαρχής το είχα αγοράσει.

Θέλατε τόσο πολύ να δείτε

λαγούς, που το μόνο που έκανα ήταν να κουνώ το ραβδί.

Ποτέ δεν είδα αυτά που εσείς βλέπατε, ίσως γιατί ποτέ δεν θέλησα να δω.

τι παράδοξο

το πιο αστείο πράγμα με τα θαύματα

είναι ότι έχουν άλλο όνομα.

Πάντα είχαν.

Και μέχρι να το μάθω

εξάντλησα τα γράμματα και τους συνδυασμούς.

Η λέξη είναι ήχος, ναι.

Μα ο ήχος δεν είναι απαραίτητα λέξη.

Πώς μπαίνει η μαγεία σε εκμαγείο ηχητικό;

Μου το ψιθύρισε στο αυτί

κάποτε ένας σαμάνος

κι ύστερα χάθηκε από μπροστά μας

ο δρόμος

κι ύστερα έχασα το χρόνο

και το καπέλο μου.

Μου τα επέστρεψαν όλα

οι τύψεις.

Αυτές δεν ξεχνούν κι ούτε αφήνουν ποτέ

μια ευκαιρία χαμένη.

Το θαύμα θα ήταν να τις χάσω για πάντα

μα επιστρέφουν  διαρκώς στο ίδιο σημείο

εκεί που σημαδεύει με το όπλο του το θαύμα

στον κρόταφο

κι εγώ δεν θα θελα να χάσω τους κροτάφους μου

όχι ακόμα τουλάχιστον

O θαυματοποιός

[...]

Τελειώσαν νωρίς τα θαύματα
απ’το καπέλο μου βγήκαν όλοι οι λαγοί
και χάθηκαν πηδώντας στους αγρούς της εφηβείας
Ένας άσσος μένει μόνο
κρυμμένος καλά στο μανίκι
Θα τον πάρω μαζί μου
ως τον παράδεισο

μικρά θαύματα

θεματοφύλακας του Απρίλη

ο καιρός

ζωντανεύει μικρά θαύματα από χιόνι

και στάρι

είναι η ευχή μια διαδρομή από

μόνη της

θα τη διανύσω κι αυτή

ξυπόλητη

θα την ξηλώσω έπειτα

από τη ραφή

και θα δέσω στο χέρι μου κλωστές

σαν αυτές που μου έδεσε

ένα τρελό πρωινό στο μιλάνο

ο σαμάνος του δρόμου

για ένα χαμόγελο μου είπε

το δικό μου

δύο χρόνια τώρα σταθερά

στο δεξί καρπό

ένα γαϊτάνι από χρώματα

αντιστέκεται στο νερό

το θυμό, τον ιδρώτα

το αλάτι και τον έρωτα

τέλειο- σαν να μου το πέρασε

ευχή στο χέρι μόλις πριν από λίγο

 

είναι το χαμόγελο ακόμα αναρωτιέμαι

αφορμή ικανή για δώρα

μεταξύ αγνώστων βεβαίως

οι γνωστοί παραβλέπουμε το θαύμα

ναι είναι αλήθεια

στο δρόμο συμβαίνουν

τα πιο παράξενα πράγματα

στο δρόμο μπορεί ακόμα

και να αγαπηθείς

μόνο γιατί γελούσες

ένα τρελό βροχερό πρωινό

σε μια γκρίζα μεγαλούπολη

που γιόρταζε τη μόδα

φωτογραφιζοντας πλαστικές γυναίκες

που δεν χαμογελούν ποτέ

στο εξώφυλλο

 

ένα μερίδιο ακόμα

μου είπαν χτες πάει ένας μήνας που έφυγες

δεν ξέραν πώς να μου το πουν, το έφερναν από δω, το πήγαιναν από εκεί

στο τέλος με ρώτησαν αντέχεις ρε ένα άσχημο;

αντέχω είπα -  κι ήταν μεγάλο ψέμα.

δεν άντεξα.

 

πίνω ένα φτηνό κρασί σε μια πόλη ξένη, και στάζω από το παράθυρο

στον ακάλυπτο κόκκινες σταγόνες

σπονδή για τους απόντες

καλό κατευόδιο για το ταξίδι σου

 

σαν θηρίο είμαι σε ένα απέραντο κλουβί

κι από τον υπολογιστή ακούγεται η φωνή σου

“αχ τι ντροπή τέτοια ντροπή μάνα μου και πώς βγαίνει/ μια στροφή είναι αυτό

μια στροφή..”

Τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαρανταδυό ρε Κώστα;

Όσο περνά ο καιρός λιγοστεύουν οι πατρίδες μου

και μεγαλώνουν τα μερίδια των αγγέλων.

 

σε αγαπάω σε ενεστώτα σταθερά.

δεν έχω καταφέρει να διδάξω αόριστο στην καρδιά μου.

 

Καλή αντάμωση

Νυχτερινή ίσως

                                                   

(Πίνακας Γεράσιμος Γαλιατσάτος)

  Στο Γιάννη

Ξωτικό σε αστικό δάσος
η περιπλάνηση μοιάζει
ειδωμένη από περισκόπιο.
Στο βάθος κουρτίνες από καυσαέρια
θολώνουν την προοπτική.
Σα να μοιράζεται το βάρος ανισομερώς
σε σκάλες κυλιόμενες και υπόγεια.

Παράταιρες κηλίδες ανασυσταίνουν
ολογράμματα εκεί που ανάσαινες.
Γραμμές που χάσκουν άσυρτες
και μια αδύναμη βροχή, ανίκανη
να λειάνει τριβές, λιμνάζει δίπλα στη
σκέψη σου…

quantum

Εσύ κάπου αλλού.
Σε ένα δωμάτιο άλλης ηπείρου.
Στολισμένο με κορνίζες από τα σκουπίδια.
Και κάπου στο βάθος τα γράμματά μου.

Εγώ κάπου εδώ.
Σε άλλο δωμάτιο.
Στολισμένο με παιδικές φωτογραφίες.
Και κάπου στο βάθος τα γράμματά σου.
Δεν θα ανταμώσουμε ποτέ, είπες.
Καθένας κάτοχος της μοναξιάς του.
Κόψαμε και τα γράμματα.
Δεν σήκωναν άλλο στολισμό οι τοίχοι
και τα ράφια.

 

quantum

You elsewhere.
In a room of another continent.
Walls  decorated with frames you found in trash

And somewhere stashed

my letters. 

Me somewhere here.
In another room.
Adorned with baby pictures.
And somewhere stashed

your letters.
We will never meet, you said.
Each,  holder of his own loneliness.
We quit sending letters, too.
Walls and shelves could not lift

further decoration

 

quantum

Tu, ailleurs.
Dans une chambre d’un autre continent.

Murs décorés avec des cadres trouvés dans des poubelles
Et a quelque part cachées
mes lettres.

 

Moi, a quelque part ici.
Dans une autre chambre.

Ornée de photos de bébé.
Et a quelque part cachées
tes lettres.

Nous ne pourrons jamais répondre, tu as dit.
Chacun portant sa propre solitude.

Nous ne nous écrirons plus

Les murs et les étagères ne pouvaient pas lever
autre décoration.

 

 

12 χρόνια…

  
(φωτογραφία Τάκης Γραμμένος)   
                   
Στον πατέρα μου

Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα

χορεύει φρέσκια μέσα μου

 η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.

Με πέταξες με το ένα χερί στα βαθειά

και φώναξες,

κολύμπα

εγώ είμαι εδώ.

Μετά δολώσαμε το πολυάγκιστρο και

είπες απομακρύνσου..

Σε παρατηρούσα να στριφογυρίζεις

την πετονιά σα λάσσο

και να τη στέλνεις στα άπατα.

Τίποτα δεν με τρόμαζε,

ούτε καν η σκιά

μισού αιώνα που μας χώριζε.

Με ανέβασες σε ένα ποδήλατο

χωρίς βοηθητικές- δεν χρειάζεσαι δεκανίκια

- και με έσπρωξες να φύγω.

Όταν επέστρεψα με αίματα σε γόνατα κι αγκώνες

είπες την επόμενη θα πας πιο μακρυά προτού να πέσεις.

Τόσα βιβλία που μαλώναμε ποιος θα διαβάσει πρώτος

τώρα βαρετά ανοίγουν τις σελίδες τους σε έναν αναγνώστη.

Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.

Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.

Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,

και δεν είναι

πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω

είναι που απλώς καμιά φορά 

δεν ξέρω κατά που να πάω …

Twelve years…

                         To my father

Twelve years and yet  still

loss dances  fresh inside me

 hand in hand with memory. 

You tossed me with one hand

deep in the sea

and shouted,

Swim

I am here.

Afterwards, we put the bait at the hook

and you said to me

step back.
I was  observing you

spinning

the line like a loop
and send it deep.

Nothing scared me,

not even the shade

of half a century

that separated us. 

You  put me on a bike

without  auxiliary,

you do not need crutches

- And pushed me to leave.

When I returned with blood on knees and elbows

you said next time you’ll go further before you fall.

So many books to argue who should read them first

bored  now,  open their pages to a solo reader.

I miss you, I don’t  know what else to say.

Thanks and apologies, us, we never had.

I’m you, only you’re not anymore

and it’s not

that i don’t get up every time I fall

it’s that sometimes

I don’t know where to turn to

Όταν οι λέξεις σιγήσουν…

θα πει πως το σώμα σου, εύγλωττα παραδόθηκε..

Θα πει πως κάποιος χαμήλωσε την ένταση και
μόνο η σκόνη ακούγεται, καθώς ακουμπά
αιωρούμενη το μέτωπο..
Όταν οι λέξεις σιγήσουν, οι νότες θα λάβουν σκυτάλη 

κι όλα τα χρώματα θα βάψουν το σκηνικό.

Θα έχουν ξεχυθεί αρώματα και μνήμες κι εγώ μόνο θα σε κοιτάζω,

αποτυπώνοντας το περίγραμμά σου με μολύβι στο χαρτί.
Κάθε πετάρισμα βλεφάρου, κλακέτα, στοπ καρέ της μορφής σου,

που θα μονταριστεί αργότερα και θα παίζει διαρκώς κατά την απουσία σου.
Όταν και οι ήχοι σιωπήσουν, θα έχω σίγουρα καταστραφεί ή θα είμαι καθ’οδόν.

Σε σένα

http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks9


(φωτογραφία Λάμπος Ζεγκίνογλου)

Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.

Σε σένα που ορνιθοσκαλίζεις ιερογλυφικά
κάτω από το φεγγάρι μιας ερήμου.
Ή μιας πόλης έρημης, λερώνοντας τους
βρώμικους τοίχους της με κόκκινη μπογιά.

Που περιφέρεσαι, χαράματα
μισομεθυσμένος, ημίτρελλος
σε σοκάκια, πλατείες και άδειες
λεωφόρους,

ακίνητος.

Σε σένα που στέκεις παράμερα
της σιωπής, κομπιάζοντας μπροστά
στη φωτιά και τη σαστισμένη οργή της.

Που φυτεύεις υάκυνθους σε μια ξερή
βουνοπλαγιά πεθαμένων λέξεων και
περιμένεις την άνοιξη.

Φορέας ανισόρροπων παλμών,

καλοφτιαγμένος
στέρεος και βαρύς

μες στη διαύγεια της θλίψης σου.

Χαμένος.

Ανακαλύπτεις όσα
θα χάσεις ξανά και ξανά.

Τινάζεις από το μάυρο 

τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.

Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.

Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι…

Προσγείωση

Εγώ. Ότι η βροχή.
Απέμεινα να στρίβω τσιγάρα
τη μοναξιά κάτω από μια
λάμπα του Δήμου.
Σπασμένη.
Σταγόνες σταγόνες να περνώ
απ’ την ανυπαρξία στο θολό φως
κι ύστερα πάλι στην ανυπαρξία.

Κάθε που τα σύννεφα στριμώχνονται
μυστικά στο ζόρισμα της νύχτας
αναζητώ αγωνιωδώς μια λάμπα σπασμένη.
Με την ελπίδα να με δω ξανά
να φέγγω θολή, διαλυμένη
σ’ ένα φευγαλέο πέρασμα
πριν την προσγείωση.

(φωτογραφία Τάκης Γραμμένος)

Bad bargain

http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks9

Στην εγκατάλειψη των ηδονών.
Σε ένα μαχαίρι της κουζίνας,
εστιάζω τηλεσκοπικά την αναίρεση.

Κόβω τις γέφυρες.
Κόβω σαλάτα.
Αυτόματες σκέψεις ξεπηδούν
από οργασμικές συνήθειες.
Κινήσεις μηχανικές.

Κατασκευάζω ορισμούς σε
ένα ανύπαρκτο σταυρόλεξο.
Οι λέξεις κρέμονται ήδη
σταυρωμένες.

Τις ξεκρεμάω και τις πετώ
άτακτα στο πάτωμα.

Περνάνε μέρες. Τις κοιτάζω
με απόγνωση.
Δεν τις καταλαβαίνω.
Δοκιμάζω να τις πω
μα η γλώσσα μου αρνείται
να προφέρει σύμφωνα.

Δεν συμφωνήσαμε
γι’ αυτό ποτέ.
Όταν με άφησες παιδί
πήρες μαζί την πιο αθώα
μυρωδιά μου.

Και μου άφησες λέξεις
άπειρες, ανάπηρες
για συντροφιά μου.

(φωτογραφία Λάμπος Ζεγκίνογλου)

Τετράδιο πειραμάτων

Το Τετράδιο Πειραμάτων, η πρώτη εντός εμπορίου ποιητική μου συλλογή, ξεκινά το ταξίδι της. Από αύριο στα βιβλιοπωλεία της Πάτρας, από την άλλη εβδομάδα στην Αθήνα. Όσοι φίλοι επιθυμούν μπορούν να το προμηθευτούν απ’ ευθείας από τις εκδόσεις Χαραμάδα, Τσαμαδού 39 και Μαιζώνος 185 (1ος όροφος)/ τηλ. 2610342886. Αποστέλλεται και ταχυδρομικά για τους φίλους στην επαρχία

Σχεδιασμός και επιμέλεια εξωφύλλου : Έλενα Λαμπροκωστοπούλου

http://giannis-pliotas.blogspot.com/2010/08/blog-post.html

Από τότε που η αμοιβάδα…

Κάθομαι στο δωμάτιο και καπνίζω. Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ακούω το θόρυβο του δρόμου, απόλυτο κοντράστ με την ομορφιά του τοπίου που απλώνεται μπροστά από το μπαλκόνι μου. Σκοτάδι πια, κι όμως ανάγλυφα σχεδόν αναδύεται η θάλασσα στο βάθος, τα δέντρα, και φωτάκια που τρεμοπαίζουν δίνοντας το στίγμα της θαλπωρής, κάπου εκεί έξω.

Εδώ και τέσσερεις ώρες αλλάζω θέσεις, μια στο γραφείο, μια στο μπαλκόνι. Μετράω τα τσιγάρα στο τασάκι. Ούτε σήμερα το έκοψα. Αύριο, λέω στον εαυτό μου. Θα έπρεπε να δουλεύω, η δουλειά έχει συσσωρευτεί και είμαι ήδη πίσω. Μα δεν μπορώ να δουλέψω. Αύριο λέω στον εαυτό μου.

Προσπάθησα να ακούσω μουσική, να διαβάσω, να δω ταινία, όλα νοητά μες στο μυαλό μου, μα δεν γίνεται. Κι έτσι γράφω. Δεν το θέλω, ειλικρινά αυτή την ώρα, μα δεν υπάρχει άλλο τίποτα για μένα.

Μόνο αναβολές πραγμάτων.

Αυτή την ώρα δε νοιώθω. Όλα σταματούν να υφίστανται σαν ξεχωριστά πράγματα, ανακατεύονται μες στο μυαλό μου, μια σούπα και σερβίρονται στο χαρτί. Μπορείτε κι εσείς να δοκιμάσετε, σκοπεύω να σας προσφέρω. Αύριο.

Τώρα είμαι μόνο εγώ, η σούπα και το χαρτί.

Αύριο θα είναι πάλι όλα τα άλλα/ όλοι οι άλλοι.

Ακόμα και οι πιο κοντινοί. Κυρίως αυτοί ακυρώνονται μέσα μου σαν αυθύπαρκτα όντα ή κυρίως αυτούς προσπαθώ να ακυρώσω γράφοντας. Και πρώτο από όλους τον εαυτό μου.

Είναι που η ελευθερία κερδίζεται, δεν χαρίζεται. Και η αυτονομία έχει το ζόρι της.

Δεν θέλω ζόρια απόψε, κι ας με επισκέφτηκαν χωρίς κάλεσμα. Έχω ένα κενό, ούτε χαρά ούτε λύπη, ένα κενό συναισθήματος, ένα κομμάτι που λείπει. Κι ας με διαβεβαιώνουν όλοι ότι είναι τα πάντα στη θέση τους, εγώ ξέρω καλύτερα. Εγώ λείπω.

Χρόνια τώρα λείπω. Αφήστε μήνυμα, θα σας φωνάξω να φάμε τη σούπα. Ή μάλλον, να φάτε τη σούπα. Λέω να λείπω.

Μόνο τώρα είμαι εδώ. Απόλυτα εδώ, απόλυτα εγώ, να εύχομαι να νιώσω, επιτέλους, αυτό που θα ισοσκελίσει το μάταιο που με κατακλύζει- σαν την πιο στέρεη αλήθεια που βιώθηκε ποτέ, από τότε που η αμοιβάδα έδειξε σημεία ανταπόκρισης στο περιβαλλοντικό στρες.

έλλειψη επίπλωσης …

Σκέψεις που παραδέρνουν δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω στο δωμάτιο.
Ανοίγω το παράθυρο, μα μόνο ο καπνός ταξιδεύει, μόνο αυτός δραπετεύει δείχνοντάς μου το δρόμο. Αναρωτιέμαι αν αξίζει την προσπάθεια. Να σηκωθώ να βγω έξω αφήνοντας το δωμάτιο κορεσμένο από τις σκέψεις. Μάταιος κόπος. Μεταφέρονται παντού, με ακολουθούν πιστά σκυλιά παρά πόδας. Θα θελα οι σκέψεις να είναι γάτες. Να με εγκαταλείπουν τακτικά , ακροπατώντας πάνω στις στέγες και να επιστρέφουν πεινασμένες και χαδιάρες το επόμενο πρωί. Με τυραννούν οι ανήσυχες σκέψεις, δεν κουρνιάζουν με τίποτα κι ας τους στρώνω χαλάκι να τεντωθούν.
Μένει να συμφιλιωθούμε, το ξέρω. Να τις τακτοποιήσω κάπως για να μην με εμποδίζουν. Να βρουν κι αυτές την άκρη τους μες στο κεφάλι μου και να μου αφήσουν το δωμάτιο άδειο.
Κάποιοι τρελαίνονται με τα άδεια δωμάτια, μα εγώ τα προτιμώ. Φεύγεις κι επιστρέφεις και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ούτε καν ο χρόνος. το πρόβλημα προκύπτει όταν οι σκέψεις ξεπηδούν και κάνουν κατάληψη του χώρου. Αυτή η έλλειψη επίπλωσης τις βοηθά…
Το τσιγάρο καίγεται μες στο τασάκι. Η στάχτη κρατά ακόμα το σχήμα του. Το μυαλό μου καίγεται μες στο δωμάτιο. Δεν έχω αέρα, μόνο τσιγάρα έχω.
Ασφυκτιώ, αλήθεια. Δεν μου έχω αφήσει καθόλου χώρο. Μόνο σκέψεις μου έχω αφήσει. Θα θελα να είχα φύγει τότε. Τώρα δεν μπορώ, εγκλωβίζομαι εναλλάξ μες στο μυαλό και στο δωμάτιο.
Έρχεσαι λες, να δω που θα σε βάλω να κοιμηθείς. Ίσως να είναι μια καλή αφορμή να αρχίσω να τακτοποιώ. Δεν θα θελα να με βρεις άνω κάτω. Μόνο δώσε μου λίγο χρόνο, και λίγο χώρο αν βρεις. Έχω καιρό να μείνω μακριά μου..καταλαβαίνεις φαντάζομαι.

Ο ΤΟΠΟΣ και το σώμα ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ


(Πίνακας Γεράσιμος Γαλιατσάτος)

Ποιος είναι ο τόπος του ποιήματος; Από πού πηγάζει; Προς τα πού ρέει; Ποια η πατρίδα του; Οι συνθήκες σύλληψης του, πού λαμβάνει χώρα η γέννα του; Ο ποιητής είναι το όχημα, ο ξενιστής που μέσα του επωάζει η ποιητική σύλληψη η οποία θρέφεται από αυτόν και ελευθερώνεται όταν τελειοποιηθεί η μορφή της;

Το ερέθισμα/ έμπνευση
Κάθε ποιητική απόπειρα συμβαίνει όταν :
ο ποιητής αντιλαμβάνεται μέσω αισθητηριακής προσέγγισης κάποιο ερέθισμα ικανό να του κεντρίσει το ενδιαφέρον και την προσοχή.
Ο ποιητής επαναφέρει στη μνήμη του καταστάσεις συγκινησιακά βιωμένες, και με την αποστασιοποίηση που προσφέρει η χρονική απόσταση από το συμβάν, προσπαθεί να αποτυπώσει την εν-τύπωση.
Ο ποιητής εκφράζει την κατάσταση που βιώνει τη χρονική στιγμή της καταγραφής του ποιήματος.
Ο ποιητής καταγράφει με μορφή ποιήματος φιλοσοφικούς και υπαρξιακούς στοχασμούς που τον απασχολούν.

Τόπος της σύλληψης/ αυτεπίγνωση
Η σύλληψη της ποιητικής ιδέας λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο ή στην ψυχή; Εάν ορίσουμε την ψυχή σαν τον τόπο δράσης της συναίσθησης, τότε σίγουρα ένα μερίδιο της ποιητικής ιδέας γεννιέται εκεί.
Το ερέθισμα όμως γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθητηριακών οργάνων. Άρα ένα μέρος της ποιητικής ιδέας γεννιέται στον εγκέφαλο, στο μέρος όπου καταλήγουν όλες οι νευρικές απολήξεις.
Ποιος είναι ο τόπος που συναντώνται αίσθηση και συναίσθηση;
Ο τόπος της αυτεπίγνωσης όπου αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια τα συναισθήματά μας. Σε αυτή την αυτοαντανακλαστική επίγνωση ,ο νους παρατηρεί και διερευνά την ίδια την εμπειρία, η οποία περιλαμβάνει το συναίσθημα. Στον τόπο αυτό, η ποιητική ιδέα αποκτά τους πρώτους σχηματισμούς της, βρίσκεται σε πρώιμο εμβρυικό στάδιο.

Το επόμενο βήμα : αγγίζοντας την ενσυναίσθηση
Ο ποιητής πλέον, έχει δεχτεί το ερέθισμα, έχει ανταποκριθεί συναισθηματικά, διαθέτει επίγνωση της γέννησης της ποιητικής ιδέας και παρακολουθεί το σχηματισμό της. Εδώ θα πρέπει να εισάγουμε δύο παραμέτρους, το κίνητρο της γραφής και το φιλοσοφικό υπόβαθρο του ποιητή/ ξενιστή της ποιητικής ιδέας.
Εάν το κίνητρο της γραφής είναι η απλή καταγραφή/ προσωπική κατάθεση τότε ο εν λόγω ξενιστής προχωρά στην παραγωγή/ έκφραση του ποιητικού προϊόντος, τόσος ήταν ο χρόνος επώασης που μπορούσε να προσφέρει στην ποιητική ιδέα, με μία αυθεντικότητα ως προς την έκφραση. Δηλαδή, κατανοεί το συναίσθημα, τις εσωτερικές διαδικασίες που γίνονται, αλλά αδυνατεί λόγω ελλιπούς φιλοσοφικού υπόβαθρου να ολοκληρώσει την ποιητική ιδέα. Το ποιητικό προϊόν έχει συνέπεια, δεν μεσολαβεί αλλοίωση, αλλά δεν αποτελεί ποίημα.
Εάν το κίνητρο είναι η επικοινωνία τότε ο ποιητής περνά στον τόπο της ενσυναίσθησης. Από τους πολλούς ορισμούς που ισχύουν, θα μπορούσε κανένας να καταθέσει για την ενσυναίσθηση τον παλαιό ορισμό: “ενσυναίσθηση” είναι η ικανότητα να παίρνει κανείς το ρόλο ενός άλλου και να υιοθετεί εναλλακτικές προοπτικές με τον εαυτό του” που φαίνεται να εκφράζει δόκιμα την έννοια αυτή.
Στον τόπο της ενσυναίσθησης, ο ποιητής και το ποίημα αλλάζουν διαμορφώσεις (comformations) και προοπτικές, καταλήγοντας στην διαμόρφωση εκείνη όπου όλες οι παράμετροι διατηρούν τη χαμηλότερη ενέργεια, κάνοντας το σύστημα/ σώμα του ποιήματος σταθερό, εξελικτικά δυναμικό πάρα ταύτα, οδηγώντας στην αύξηση της εντροπίας της αλληλεπίδρασης.
Η αναδίπλωση του ποιητικού σώματος προσομοιάζει στην αναδίπλωση των πρωτεϊνών. Οι πρωτεΐνες, γραμμικά πολυμερή, βιοχημικές λέξεις με αλφάβητο είκοσι αμινοξέων, προκειμένου να είναι πλήρως λειτουργικές πρέπει να αποκτήσουν την κατάλληλη διαμόρφωση. Η αναδίπλωση των πρωτεϊνών είναι μια άκρως συνεργειακή διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό, οι μεταβατικές δομές δεν είναι θερμοδυναμικά σταθερές και δεν συσσωρεύονται διαταράσσοντας τις κυτταρικές διεργασίες.
Με τον ίδιο τρόπο που μια πρωτεΐνη μεταπηδά από ένα σύνολο ξεδιπλωμένων δομών στη μοναδική στερεοδιάταξη της φυσικής της μορφής, το ποίημα μεταπηδά από ένα σύνολο πιθανών δομών στην τελείωση.
Δομές που από μόνες τους μπορεί να μην είναι σταθερές, κουβαλούν την τάση να διαμορφώνουν την προτιμητέα δομή και καθώς σχηματίζονται τέτοια επί μέρους τμήματα μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, οδηγώντας σε συνεχώς αυξανόμενη σταθεροποίηση.
Παρ΄όλα αυτά, για το ίδιο το ποίημα, εν τω γεννάσθαι, ισχύει η ίδια η εξαίρεση της ζωής (ως ένα σύστημα σε τάξη), σαν το μοναδικό φαινόμενο όπου παρατηρείται παραβίαση του Δεύτερου Θερμοδυναμικού Νόμου. Την στιγμή όπου το γονιμοποιημένο ωάριο αρχίζει και πολλαπλασιάζεται παρατηρείται ανεξήγητα και κατά θαυμαστό τρόπο μείωση της εντροπίας του.
Το φιλοσοφικό υπόβαθρο και η αντιληπτική ικανότητα του ποιητή (personal skills) βοηθούν το πέρασμα της ποιητικής ιδέας, η οποία πλέον έχει αρχίσει να σχηματοποιείται/ μορφοποιείται εμφανώς, άρα δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για ποιητική ιδέα αλλά για ένα ποιητικό δυναμικό σύστημα, στον τόπο της ροής.

Αυτοδιαχείριση / Ο τόπος της ροής
Στον τόπο της ροής ο ποιητής είναι πλήρως ικανός να ελέγχει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να τα υποτάσσει και να τα χαλιναγωγεί. Στον τόπο της ροής συναισθήματα δεν υπάρχουν ούτε διοχετεύονται. Είναι πλήρως ενεργοποιημένα, ευθυγραμμισμένα ως προς το συγκεκριμένο σκοπό, τουτέστιν στην ολοκλήρωση της ποιητικής κυοφορίας.
Η κατάσταση της ροής επιτυγχάνεται είτε με τη σκόπιμη εστίαση της προσοχής στο συγκεκριμένο στόχο, είτε με την υψηλή συγκέντρωση, κατάσταση στην οποία ο ποιητής μπορεί να περιέλθει εάν έχει ασκηθεί σε αυτό συνειδητά (evolving personal skills).
Ο τόπος της ροής στερείται συγκινησιακής στατικότητας, εκτός ίσως ενός εκστατικού οργασμικού συναισθήματος ολοκλήρωσης, το οποίο υποχρεώνει προς την κατεύθυνση ολοκλήρωσης της ποιητικής μορφής. Χαρακτηρίζεται από την ικανότητα υψηλής εποπτείας της ποιητικής δημιουργίας, ως επισυμβαίνον.

Ο τόπος της γέννας/ ενόραση
Η ποιητική ιδέα έχει πλέον περάσει από τα στάδια της μορφοποίησης της, έχει απαλλαγεί από τη φόρτιση της κατάστασης, έχει ξεπεράσει την πρόωρη ατελή έκφραση, έχει ωριμάσει, κουβαλά μέσα της την ανάγκη της επικοινωνίας, ξεπερνώντας το προσωπικό, ο ποιητής δεν είναι η μητέρα, είναι ένας ξενιστής ικανός να φέρει σε πέρας την ποιητική κύηση, χωρίς πλέον να αναγνωρίζει χρωμοσωμικές συγγένειες. Το ποίημα δεν του ανήκει, ανήκει στην ανάγνωση και ερμηνεία του Άλλου.
Η ποιητική δημιουργία συντελείται πλέον σαν συνειδητό επισυμβαίνον με ασυνείδητη εκκίνηση. Ο τόπος της γέννας νοείται σαν τόπος της ενόρασης.
Στον τόπο της ενόρασης, ο ποιητής ξεπερνά τη συνειδητή εστίαση, τη συνειδητή αυτοδιαχείριση, την αυτεπίγνωση και την εποπτεία, η κατάστασή του μοιάζει με το εκστατικό συναίσθημα του τόπου της ροής μόνο που πλέον το συναίσθημα απουσιάζει δίνοντας χώρο μόνο στην έκσταση.
Στον τόπο της ενόρασης, το Iερό αναλαμβάνει να ξεγεννήσει το Ποίημα.

1. Μαλικιώση-Λοίζου, Μ. Μια κριτική ματιά στην ενσυναίσθηση. Ψυχολογία, 2003, 10 (2-4), pp. 295-309.
2. Moore, B.S. The origins and development of empathy. Motivation and Emotion, 1990, 14, pp. 75-80.
3. Smith, D.W. The circle of acquaintance: Perception, consciousness and empathy, Kluwer Academic Publishers, 1989
4. Daniel Goleman,Emotional Intelligence,Bentham Books,1995-στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» με τίτλο «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη-γιατί το E.Q είναι πιο σημαντικό από το I.Q;»1998
5. C.R.Rogers,.A way of being, Boston, Houghton Mifflin.Στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ερευνητές»,Ενας τρόπος να υπάρχουμε,2006σελ.109-110.
6. C.R.Rogers,.On Becoming a Person, London,Constable,1961. Στην Ελλάδα από .τις εκδόσεις «Ερευνητές»,To Γίγνεσθαι του Προσώπου ,2006,σελ.131
7. BERG M.J., TYMOCZKO L.J.,, STRYER L. ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ Ι
8. Η προσωποκεντρικότητα της συναισθηματικής νοημοσύνης/ Γιώργος Λάγγας http://www.stirizo.gr/

Συνταγές για ποιητές

Ι. Προ έκδοσης

Μάθε Αγγλικά. Τουλάχιστον μέχρι το lower.
Αγόρασε τέσσερεις τουλάχιστον ποιητικές συλλογές
Ακολουθώντας τη μέθοδο της τυχαίας επιλογής.
Αν θες διάβασέ τες.
Περιηγήσου στο διαδίκτυο. Μάθε τι είναι σουρεαλισμός,
Συμβολισμός, δυο τρεις μπητ, λίγος ρομαντισμός.
Μάθε να προφέρεις σωστά τη λέξη ντανταϊσμός
κι ας μην σου χρησιμεύσει ποτέ.
Διάβαζε επί ένα εξάμηνο ένα ποίημα την ημέρα, μην βαρυγκωμάς
Εσύ τον διάλεξες το δρόμο.
Κράτα σημειώσεις σε ένα μικρό μαύρο δερματόδετο
Σημειωματάριο, χωρίς βεβαίως να σημειώνεις πηγές- αν θέλεις
κάποτε να διακριθείς στα κρατικά βραβεία.
Ότι σου κάνει εντύπωση, καλό είναι.
Ό,τι δεν καταλαβαίνεις ακόμα καλύτερο.
Δεν χρειάζεται να βγαίνεις ούτε να ζεις. Η εμπειρία
Είναι υπερεκτιμημένη στις μέρες μας-
(σημείωσέ το αυτό, θα σου χρειαστεί).
Στο τέλος του εξαμήνου κλείσου στο γραφείο,
βάλε κλασσική μουσική
-ναι, ναι επιβάλλεται- άναψε ένα πούρο
Και γράψε 487 ποιήματα.
Φρόντισε να τα εκδώσεις όλα σε έναν τόμο
Προτού κλείσεις τα τριάντα.
Θα στοιχήσει κάτι παραπάνω αλλά θα ανταμειφθείς
Αργότερα.
Παραλλαγή στο ίδιο θέμα
Αν σε παίρνει ηλικιακά
Χώρισε τα 487 ποιήματα στα τρία και εξέδιδε ένα βιβλίο
Ανά χρόνο.
Τώρα είσαι έτοιμος.

ΙΙ. Μετά την έκδοση

Ρίξου στο στίβο. Παρουσιάσεις, καταχωρήσεις
Περιοδικά, σύλλογοι της γειτονιάς.
Προσπάθησε να υπάρχεις παντού, να φαίνεται το όνομά σου.
Γλύψε και λίγο, σκύψε και λίγο.
Προσπάθησε, μπορείς.
Εν τω μεταξύ κάνε και καμία μετάφραση
Μην σε περάσουν και για άσχετο.
Μπορείς να μεταφράσεις και ήδη μεταφρασμένα
Για να υπάρχει κι ένας μπούσουλας.
Άλλαξε ένα και, ένα ίσως, ένα επίθετο με το
Συνώνυμό του, βρε αδερφέ και είσαι εντάξει.
Φρόντισε τις φωτογραφίες σου.
Πουθενά χωρίς μούσι, κασκόλ, πούρο
Αμπέχονο, τιράντα και ένα μυστήριο ύφος.
Ο ποιητής δεν γελάει ποτέ.
Κι όταν τον ζορίζουν απαντά στην καθαρεύουσα.

ΙΙΙ. Ένα σημείο πριν την αναγνώριση

Τα κατάφερες. Έχεις δύο κριτικές σε εφημερίδες,
Επτά καταχωρήσεις σε περιοδικά, τέσσερεις συμμετοχές
Σε ανθολογίες εκτός από τον τηλεφωνικό κατάλογο,
μετέφρασες και καμιά
Δεκαπενταριά ποιήματα αλλοδαπών,
Έγλυψες και κανα δύο κώλους αλλά εντάξει, βρήκες την απήχηση
στο άλλο φύλο και την αποδοχή του συναφιού σου.
Ανήκεις τώρα. Μπράβο σου!

ΙV. Επίμετρο

Η επόμενη συλλογή σου με 213 ποιήματα
Αναμένεται εντός διμήνου, καθώς και ένα κείμενο
Δοκιμιακού χαρακτήρα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό.
Ανέλαβες και μια ανθολογία. Στα μάτια σου φωλιάζει
Η γλυκιά κούραση της επιτυχίας κι αυτή η υποδόρια
Αίσθηση μοναξιάς της κορυφής.
Κοιμήσου τώρα. Ήσυχος.
Και μη φοβηθείς ότι αυτό που θα δεις στον ύπνο
Είναι όνειρο. Αλήθεια είναι και το ξέρεις.
Δεν θα γίνεις ποτέ. ΠΟΤΕ.
Καληνύχτα.

DANSE MACABRE

http://dansemacabre.art.officelive.com/XLntPoetry.aspx

Celebrating 40 Issues of

DANSE MACABRE

Anna Niarakis

Cheap routes

You stretch your nakedness everywhere.
You exhibit it shamelessly, so you do not care
which stranger will usurp it tonight.

It may also be someone you know,
humiliation grows .
Yet.
While morality flattens

it springs up from your sweat
more solid than cement.
It’s the body you wanted to stretch
on his sheets, the same thrown to the dogs.

The same body temple,venerable, holy shrine

that today phages from
hosts.
You did not invite tears at the party.
Uninvited appeared late and entered the room.
Tomorrow they’ll leave.
Uninvited and indifferent
as they came.

Άννα Νιαράκη- Συνέντευξη στο Βακχικόν

http://www.vakxikon.gr/content/view/763/832/lang,el/

Στον ποιητικό κόσμο της Άννας Νιαράκη (Συνομιλία με την Άτη Σολέρτη)

της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)

Τι είναι η ποίηση για σένα;

Ό,τι και η ζωή μου. Ένα στοίχημα.

Είναι κάθε ποίημα ένα πείραμα;

Κάθε ποίημα είναι ένα πείραμα μέχρι να φτάσει η στιγμή που κάθε ποίημα θα είναι ένα ποίημα.

Πως εμπνέεσαι κυρίως;

Ένα χαρμάνι από μυρωδιές, εικόνες, βλέμματα, στιγμές, χαρές, λύπες, η μουσική, η τέχνη γενικότερα, οι άνθρωποι γύρω μου, οι άνθρωποι μέσα μου, όλα λειτουργούν σαν εν δυνάμει ερεθίσματα. Δεν έχω συνταγή έμπνευσης.

Ποιους καλλιτέχνες θαυμάζεις; Υπάρχουν κάποιοι που σε έχουν επηρεάσει;

Οι επιρροές που εγώ αναγνωρίζω προέρχονται κυρίως από τη μουσική και τον κινηματογράφο. Προφανώς υπάρχουν και άλλες που ασυνείδητα έχουν γράψει μέσα μου. Θαυμάζω αρκετούς ανθρώπους για την τέχνη τους αλλά δεν έχω πρότυπα.

Διατηρείς το http://antipoihsh.wordpress.com/ . Γιατί επιλέγεις αντιποίηση;

Το όνομα του ιστολογίου προέρχεται από τον τίτλο ενός ποιήματός μου, Αντιποίηση αρχής και τέλους.

Κατά πόσο η ποίησή σου είναι βιωματική;

Η ποίησή μου είναι βιωματική ως ένα σημείο. Δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς. Αλλά στα ποιήματά μου εκτυλίσσονται ιστορίες πολλών διαφορετικών ανθρώπων.

Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στη ζωή σου;

Καταλυτικό. Αν και δεν συναντιόμαστε συχνά.

Στις «δυνάμεις συνάφειας» μας λες:

Τι ερωτεύεσαι άραγε:
τον άλλον ή την πιθανότητα;

Να σε ρωτήσω, γιατί ακόμα το ψάχνω κι εγώ…

Θα σου απαντήσω παραθέτοντας το ποίημα στην αρχική του μορφή, πριν αποφασίσουμε από κοινού με το Νεκτάριο Λαμπρόπουλο, εκδότη της συλλογής και φίλο, να το συμπεριλάβουμε εν τέλει, στην δεύτερη, λακωνική εκδοχή του.

Δυνάμεις συνάφειας

Τι ερωτεύεσαι άραγε:
τον άλλο ή την πιθανότητα
ο άλλος να ταιριάζει στην ανάγκη σου:
εγώ κι εσύ ή μόνο εγώ και μόνο εσύ;
Που είσαι; Είμαι μόνη.
Περιμένω.
Ποιος είσαι;
Έχει σημασία;
Αρκεί να έρθεις.
Αν δεν έρθεις θα εξετάσω τη σημασία
του ποιος είσαι
και γιατί δεν έρχεσαι.
Αν έρθεις
τίποτα άλλο δεν θα μετράει,
θα είσαι εκεί, κοντά μου,
προσφέροντας μου όλο το χρόνο
να αποφασίσω
αν θέλω να μείνεις…

«Η περιπλάνηση. Η απομόνωση. Τα σημάδια στον τοίχο. Η αναμονή. Η αγωνία. Ο έρωτας. Το αδιέξοδο των σχέσεων. Αφιλόξενοι τόποι. Η προσγείωση. Ο πόνος. Η πορεία… Η μάταιη αναζήτηση του φωτός.». Κατά πόσο είναι γνώριμο το σκηνικό αυτό;

Θεωρώ ότι το σκηνικό αυτό είναι γνώριμο σε όλους. Μοιάζουμε πολύ περισσότερο από όσο κατά καιρούς παραδεχόμαστε. Η ζωή είναι για να τη ζει κανείς κι αυτό σημαίνει και περιπλάνηση, και απομόνωση, και αδιέξοδα, και χαρές και λύπες. Όλα αυτά που αναφέρεις και αναφέρω κι εγώ μέσα στα ποιήματά μου, δεν είναι παρά μικρά θραύσματα ζωής, στιγμιότυπα μιας περιπλάνησης από το σκοτάδι στο φως και εναλλάξ.

Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα
χορεύει φρέσκια μέσα μου
η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.
[…]
Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.
Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.
Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,
και δεν είναι
πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω
είναι που απλώς καμιά φορά
δεν ξέρω κατά που να πάω …

«12 χρόνια…» Αφιερωμένο στον πατέρα σου. Πόσο οδυνηρή είναι η απώλεια; Πόσο σημαδεύει;

Η απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι πάντα οδυνηρή και σημαδεύει βαθειά. Κουβαλάς μέσα σου μια πληγή που όσο κι αν θρέφει με τον καιρό, ποτέ δεν κλείνει. Μαθαίνεις να ζεις με αυτό, κι ας μη σου αρέσει.

Πως βιώνεις τη μοναξιά, την απουσία γενικότερα;

Τη μοναξιά την αγαπάω όταν την επιλέγω εγώ. Όταν με επιλέγει εκείνη δυσκολεύομαι λίγο. Σε γενικές γραμμές, είμαι αρκετά μοναχικός άνθρωπος, δεν με ενοχλούν οι απουσίες.

Τι μουσική ακούς;

Η σχέση μου με τη μουσική είναι σχεδόν ερωτική. Ακούω πολλά διαφορετικά είδη αλλά θα μπορούσα να πω πως αγαπώ ότι μπαίνει κάτω από την ομπρέλα του ροκ. Ιδιαίτερη αδυναμία μου συγκροτήματα Post punk, dark και new wave. Αλλά ακούω και jazz, blues, κλασσική μουσική, έθνικ, ηλεκτρονική κτλ. Αναλόγως τη διάθεση της στιγμής. Οι ταμπέλες με περιορίζουν. Έχω εξαιρετικά ακούσματα από όλο σχεδόν το φάσμα της μουσικής.

Με τι μουσική θα έντυνες τα «Τετράδια Πειραμάτων»;

Με το closer των Joy Division.

Ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα
Οι φιλόλογοι που μπαίνω στα χωράφια τους
Οι ποιητές που ενδύομαι τον τίτλο τους
Οι αυθεντίες της τεχνικής που εμμένω να απορρίπτω
Ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα, αλήθεια
Που μεταχειρίζομαι τις λέξεις με αυτόν τον τρόπο
Χωρίς να ζητάω άδεια.
Τους είπα να πάνε από κει που ‘ρθαν..
Οι λέξεις δεν έχουν ιδιοκτήτη κι αν συνεχίζουν να με ζορίζουν
Απείλησα να φτιάξω καινούριες..
Δεν ξαναφάνηκαν από τότε… κι έχω αρχίσει να το σκέφτομαι

«Η άγνοια (κινδύνου) σκοτώνει (τον κίνδυνο)». Θα δανειστώ τον τίτλο από το ομώνυμο ποίημά σου και θα σε ρωτήσω αν αληθεύει.

Το συγκεκριμένο ποίημα εκφράζει την αποστροφή μου προς συγκεκριμένους κύκλους οι οποίοι απαρτίζονται από άτομα που λειτουργούν ως ειδήμονες, περιορίζοντας την ποίηση μέσα σε ορισμούς που όχι μόνο δεν τη χωρούν αλλά της στερούν και το τελευταίο κυβικό εκατοστό οξυγόνου για να ανασάνει. Η ποίηση είναι κάτι ζωντανό. Εξελίσσεται. Δεν είναι λόγιο ψοφίμι θαμμένο σε φιλολογικά νεκροταφεία.

Πως βλέπεις το τοπίο της ποίησης σήμερα; Γενικότερα, τη σύγχρονη ποίηση; Είναι «αυθεντική»;

Υπάρχουν ποιητές που είναι αυθεντικοί, που γράφουν ποίηση γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουν τις ιδέες τους, να συμβάλουν στην αφύπνιση συνειδήσεων, να συν-κινήσουν με την τέχνη τους, γιατί κατ’ ουσίαν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς και άνθρωποι που προσπαθούν να γράψουν ποίηση. Η απόσταση είναι τεράστια. Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι φαίνεται πλέον να υπάρχει ένα ρεύμα, μια τάση συστηματοποίησης, αρχίζει να επικρατεί μια μανιέρα που πρέπει να υιοθετήσει κάποιος προκειμένου να ονομαστεί ποιητής. Βλέπεις ανθρώπους που εκδίδουν τρεις ποιητικές συλλογές μέσα σε δυο χρόνια, κανείς δεν ασχολείται με την ποιότητα του έργου, υπάρχει μια αγωνία για ποσότητα. Και αυτό περνάει και στη νέα γενιά. Μια αγωνία να φανείς, να έχεις κάτι στο βιογραφικό σου, να αναγνωριστείς. Να υπάρχεις. Και φυσικά να μη μιλήσω για τη σκοπιμότητα αυτής της τάσης. Και το κόστος των εκδόσεων που επιβαρύνει βεβαίως το δημιουργό. Είναι ένας φαύλος κύκλος, μια δικτατορία των μετρίων. Πιστεύω πως για κάθε δημιουργό η μόνη γόνιμη ανησυχία είναι η αγωνία του να γίνεις καλύτερος. Όχι πιο γνωστός. Το παρήγορο είναι ότι σε πείσμα των εκάστοτε καιρών, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που βγαίνουν μπροστά και πάνω από όλα αυτά. Απλά μέσα σε τόση τυπωμένη βλακεία γίνεται ολοένα δυσκολότερο να τους ανακαλύψεις.

Υπάρχουν σύγχρονοι ποιητές που θαυμάζεις;

Φυσικά και υπάρχουν. Και Έλληνες και ξένοι. Δεν έχει νόημα να αναφερθώ σε κάποιους ονομαστικά. Και είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και άλλοι τόσοι που μένει να ανακαλύψω.

Ανισορροπία
Το σώμα μου εκτελεί το εφικτό.
Το μυαλό μου ρέπει προς στο ανέφικτο.
Αν δεν σε λέγαν Χίμαιρα, δεν θα σε ήθελα.

Imbalance
My body proceeds the possible.
My mind is prone to the impossible.
If they didn’t call you Chimera, I would not want you.

Γιατί κυνηγάμε τις χίμαιρες άραγε;

Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Μας γοητεύει πάντα αυτό που δεν μπορούμε να κατακτήσουμε. Η ουτοπία είναι η πατρίδα του ανικανοποίητου.

Γράφεις και στα Αγγλικά. Πως προέκυψε αυτή η ανάγκη;

Ξεκίνησα να μαθαίνω τη γλώσσα από πολύ μικρή ηλικία, από τα πέντε μου χρόνια. Διαβάζω λογοτεχνία, ποίηση στα αγγλικά, ακούω μουσική με αγγλικούς στίχους, παρακολουθώ ταινίες, υπάρχει εξοικείωση με τη γλώσσα. Μου βγαίνει φυσικά κάποιες φορές και δεν το καταπιέζω.

Εγώ. Ότι η βροχή.
Απέμεινα να στρίβω τσιγάρα
τη μοναξιά κάτω από μια
λάμπα του Δήμου.
Σπασμένη.
Σταγόνες σταγόνες να περνώ
απ’ την ανυπαρξία στο θολό φως
κι ύστερα πάλι στην ανυπαρξία.
Κάθε που τα σύννεφα στριμώχνονται
μυστικά στο ζόρισμα της νύχτας
αναζητώ αγωνιωδώς μια λάμπα σπασμένη.
Με την ελπίδα να με δω ξανά
να φέγγω θολή, διαλυμένη
σ’ ένα φευγαλέο πέρασμα
πριν την προσγείωση.

Έτσι μας λες στην «Προσγείωση». Φέρνει πόνο ή λύτρωση, η προσγείωση;

Στο ποίημα αυτό η προσγείωση είναι μια μεταφορά του τέλους. Το τέλος μπορεί να φέρνει πόνο, λύτρωση αλλά και την αρχή ενός καινούριου τέλους. Για να προσγειωθεί κανείς σημαίνει ότι έχει μάθει πρώτα να πετάει. Και η μαγεία της πτήσης είναι που σε κάνει να ξεχνάς τις όποιες προσγειώσεις, ακόμα και την τελευταία και αναπόφευκτη, του θανάτου.

Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.
[…}
Τινάζεις από το μαύρο
τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.
Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.
Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι…»

Το «σε σένα» είναι ένα ποίημα με ιδιαίτερη δυναμική κατά τη γνώμη μου. Ιδιαίτερα καθηλώνουν οι τελευταίοι στίχοι. Πως ξέρουμε ότι έρχεται η ελπίδα;

Όταν σταματάμε να την εκβιάζουμε και της εκχωρήσουμε τόση δα ελευθερία, έρχεται αβίαστα. Τίποτα δεν ανθίζει με βία. Στη ζωή μου όλα με συνάντησαν όταν σταμάτησα να τα περιμένω και τράβηξα την πορεία μου.

Αν είχε τίτλο η ζωή σου, ποιος θα ήταν;

Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και πάλι άνοιξη

«ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΔΡΟΜΟΥ»
Το λογοτεχνικό περιοδικό σε στυλ αφίσας, που δημιούργησε μια παρέα νέων με αγάπη και σεβασμό στην ποίηση και στη λογοτεχνία.

Πως προέκυψε ο τίτλος;

Μετά από μια φοβερή ολονύχτια συζήτηση όπου ακούστηκαν όλες οι πιθανές και απίθανες εκδοχές, καταλήξαμε στον συγκεκριμένο τίτλο. Ένα παράθυρο στην τέχνη, ικανό να ομορφύνει γκρίζους τοίχους, ένα παράθυρο που “βλέπει” στο δρόμο. Και μεταφορικά αν θες, και κυριολεκτικά ο τίτλος του προσδιορίζει ακριβώς αυτό που φιλοδοξούμε να είναι.

Ποιοι κρύβονται πίσω απ’ το «Παράθυρο»;

Οι φίλοι μου Γιάννης Πλιώτας, συγγραφέας και αρχισυντάκτης του περιοδικού Bookmarks μεταξύ άλλων, ο Νίκος Κονδύλης ποιητής και συγγραφέας και η Έλενα Λαμπροκωστοπούλου, γραφίστρια.

Είναι σε στυλ αφίσας. Ήταν δική σου επιλογή;

Όλοι μαζί αποφασίσαμε ότι αυτό το format εξυπηρετούσε το σκεπτικό πίσω από το Παράθυρο. Μπορεί κάποιος να το πάρει μαζί του, να το βάλει στο γραφείο του, στο δωμάτιό του. Εκτός των κειμένων, ποιημάτων, φωτογραφιών που φιλοξενεί, ολόκληρη η σχεδίαση αποσκοπεί σε ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Κάθε τεύχος λειτουργεί ως καμβάς για έναν εικαστικό καλλιτέχνη που επιθυμεί να αναλάβει τη σχεδίαση.

Τι περιέχει η θεματολογία; Αμιγώς ποίηση;

Ποίηση, εικαστικά, γραφιστικά, φωτογραφία, μικρές ιστορίες,
Οτιδήποτε μπορεί να φιλοξενηθεί σε ένα πλαίσιο Α3.

Ποιος μπορεί να γράψει στο «Παράθυρο»; Μπορούν όσοι βρίσκονται στο «δρόμο»;

Υπάρχει ανοικτή πρόσκληση προς κάθε άστεγη καλλιτεχνική δημιουργία. Οποιοσδήποτε θα ήθελε να συμμετέχει μπορεί να επικοινωνήσει στέλνοντας mail στη διεύθυνση parathyrodromou@gmail.com.Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

Που μπορούμε να το βρούμε; Κάθε πότε κυκλοφορεί;

Κυκλοφορεί κάθε δύο μήνες περίπου, και αναρτάται σε βιβλιοπωλεία, καφέ, στέκια της πόλης, στάσεις λεωφορείου, στο δρόμο. Τώρα ετοιμάζεται το τρίτο τεύχος, το οποίο θα κυκλοφορήσει και στην Αθήνα με τη βοήθεια του φίλου ποιητή Γιάννη Ζελιαναίου.

Πως βρίσκεις το αναγνωστικό κοινό της Πάτρας;

Δεν μου αρέσουν οι μαζικοί προσδιορισμοί. Το αναγνωστικό κοινό της Πάτρας όπως και κάθε κοινό αποτελείται από ένα σύνολο ανθρώπων. Μπορώ να μιλήσω για μία τάση που είναι η τάση που διαμορφώνεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, τη διαφήμιση. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια σεβαστή μερίδα που ψάχνεται, δεν ακολουθεί την μόδα της εποχής. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που και αγαπούν και διαβάζουν ποίηση. Προσωπικά μπορώ να πω πως και η υποδοχή της συλλογής μου και η υποδοχή του Παράθυρου υπήρξαν πολύ θερμές.

Υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά που έχεις ξεχωρίσει;

Δεν διαβάζω έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα έχω αντικαταστήσει με διαδικτυακά περιοδικά και ιστολόγια.

Επόμενα σχέδια;

Από τότε που σταμάτησα να κάνω σχέδια, άρχισα να κάνω πράγματα.

Άννα, εύχομαι καλή επιτυχία και στο περιοδικό αλλά και σε σένα! Τέλος, θα ήθελα να κάνεις μια ευχή!

Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία! Εύχομαι από καρδιάς να είμαστε γεροί, δημιουργικοί, με πνεύμα ελεύθερο.

καθ’οδόν

Όταν οι λέξεις σιγήσουν
θα πει πως το σώμα σου,
εύγλωττα, παραδόθηκε.
Θα πει πως κάποιος
χαμήλωσε την ένταση και
μόνο η σκόνη ακούγεται,
καθώς ακουμπά
αιωρούμενη το μέτωπο.

Όταν οι λέξεις σιγήσουν,
οι νότες θα λάβουν σκυτάλη
κι όλα τα χρώματα θα βάψουν το σκηνικό.
Θα έχουν ξεχυθεί αρώματα και μνήμες
κι εγώ μόνο θα σε κοιτάζω,
αποτυπώνοντας το περίγραμμά σου
με μολύβι στο χαρτί.

Κάθε πετάρισμα βλεφάρου, κλακέτα,
στοπ καρέ της μορφής σου,
που θα μονταριστεί αργότερα
και θα παίζει διαρκώς
κατά την απουσία σου.

Όταν και οι ήχοι σιωπήσουν,
θα έχω σίγουρα καταστραφεί ή
θα είμαι καθ’οδόν.

*

σε σένα

Στον Γιάννη Λειβαδά

Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.

Σε σένα που ορνιθοσκαλίζεις ιερογλυφικά
κάτω από το φεγγάρι μιας ερήμου.
Ή μιας πόλης έρημης, λερώνοντας τους
βρώμικους τοίχους της με κόκκινη μπογιά.

Που περιφέρεσαι, χαράματα
μισομεθυσμένος, ημίτρελλος
σε σοκάκια, πλατείες και άδειες
λεωφόρους,

ακίνητος.

Σε σένα που στέκεις παράμερα
της σιωπής, κομπιάζοντας μπροστά
στη φωτιά και τη σαστισμένη οργή της.

Που φυτεύεις υάκυνθους σε μια ξερή
βουνοπλαγιά πεθαμένων λέξεων και
περιμένεις την άνοιξη.

Φορέας ανισόρροπων παλμών,

καλοφτιαγμένος
στέρεος και βαρύς
μες στη διαύγεια της θλίψης σου.

Χαμένος.

Ανακαλύπτεις όσα
θα χάσεις ξανά και ξανά.

Τινάζεις από το μαύρο

τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.

Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.

Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι

Το Παράθυρο/περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

http://toparathyro.wordpress.com

Η ιστοσελίδα ξεκινά απόψε επισήμως την λειτουργία της.

Περιεχόμενα πρώτου τεύχους:

Δοκίμια

Philip Larkin: Η αρχή της απόλαυσης

Παρουσιάσεις

Günter Ludwig: Η πανοπτία του κενού

Κώστας Ζήλιας: Η σημασία του αριθμού 5 και άλλα ποιήματα

Κείμενα

Jack Kerouac: Για τη γραφή

Γιώργος Βέης: Κατα-δικός

Έκτωρ Πανταζής: Κέρατα από κερί

Ποίηση

Philip Larkin: Γιατί σε ονειρεύτηκα χθες βράδυ

Philip Whalen: Η τέχνη της λογοτεχνίας μέρος 4ο

Weldon Kees: Τα προβλήματα ενός δημοσιογράφου

Samuel Greenberg: Διαχείριση

Νίκος Σπάνιας: Δύο ποιήματα

Αντρέας Μιχελιουδάκης: Τα καρδιομιλήματα

Κώστας Ζήλιας: Η σημασία του αριθμού 5

Η ατραπός της μνήμης

Η ασωτία της ενάργειας γεμίζει τον αέρα με σπινθήρες. Αναλαμπές σκοταδιού μαυρίζουν για λίγο την εικόνα. Τα δωμάτια γεμίζουν με σκόνη. Αυτή που ανακατεύει το υλικό των άστρων με τα απολεπισμένα κύτταρά μας. Στο ίδιο δωμάτιο. Με άλλη επίπλωση. Κι όμως δεν μπορεί. Κάτι θα έχει διασωθεί από τη σκόνη σου. Σε κάποια γωνιά ένα τετραγωνικό χιλιοστό θα είναι καλυμμένο με σκόνη δική σου.

Για αυτό έχω ανάγκη να επιστρέφω, για αυτό ποτέ δεν φεύγω για πάντα. Για αυτό όλες μου οι κομμένες γέφυρες ξαναμπαλώνονται τακτικά.

Έχω ανάγκη αυτή την υποψία σκόνης. Αυτό το νέφος με τις άπειρες πιθανές θέσεις ώστε να μην είναι πουθενά και ταυτοχρόνως ισοπίθανα μπορεί να αγγίζω με το χέρι μου.

 Αυτή η σκόνη είναι το υλικό της μνήμης μου.

Από αυτή ανασυσταίνω ολογράμματα. Μυρωδιές, βλέμματα. Ήχους, τόνους φωνής. Χρώμα. Μπλε γκρι της λησμονιάς και της ορφάνιας.

Χωρίς αυτή τη σκόνη, πατέρα, τα άστρα διαβρώνονται επί ματαίω.

Επαναληπτική σεκάνς

Στις ερημιές της εθνικής

Εκεί που τα βράδια με βρίσκουν να οδηγώ

Τη σάρκα μου σε δρόμους επιστροφής

Με τα χέρια στο τιμόνι, το ραδιόφωνο

Ανοιχτό και το μυαλό να τρέχει ξυπόλητο

Σε κάποιο χωματόδρομο, από αυτούς που

Προσπερνώ καθημερινά και όμως ποτέ

δεν έστρεψα, ούτε τιμόνι,

Ούτε βλέμμα.

Με τα φώτα να τροφοδοτούν την

ψευδαίσθηση μιας μέρας

Που συνεχίζεται πέραν του ωραρίου

Θρηνώ  για τη φυγή που ανεβλήθη

Για τις μέρες που δεν ήταν για χάσιμο

Κι όμως προσπέρασαν

Για όλα αυτά που θα έπρεπε να έχω πει

Πριν τα καταπιεί η σιωπή και η κούραση.

Δεν παραδέχομαι πως επιστρέφω.

Προσποιούμαι πως φεύγω ταξίδι

Τα αφήνω όλα πίσω και κάνω μια

καινούργια αρχή.

Και το πιστεύω για επτά ολόκληρα λεπτά-

Πριν στρίψω στον παράδρομο και φτάσω σπίτι.

Κάθε μέρα, επτά ολόκληρα λεπτά, εγκαταλείπω.

Α.

Υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στα μάτια μου.

Εκεί ξαπλώνουν όλοι οι φόβοι.

Στριμώχνονται στην αυλακιά του μεσόφρυδου

Και κρύβονται από θεούς κι ανθρώπους.

 

Μόνο όταν χαίρομαι

γλυστρούν και χάνονται.

Η μοναξιά του Τέσλα

“The mind is sharper and keener in seclusion and uninterrupted solitude. No big laboratory is needed in which to think. Originality thrives in seclusion free of outside influences beating upon us to cripple the creative mind. Be alone, that is the secret of invention; be alone, that is when ideas are born.”

Ο νους είναι οξυμένος και σε εγρήγορση στην απομόνωση και την αδιατάρακτη μοναξιά. Δεν απαιτείται κανένα μεγάλο εργαστήριο για να σκεφτείς κανείς. Η πρωτοτυπία ανθίζει στην απομόνωση, ελεύθερη από εξωτερικές επιρροές οι οποίες μας επιτίθενται για να σακατέψουν τον δημιουργικό μας νου. Μείνε μόνος, αυτό είναι το μυστικό της ανακάλυψης, μείνε μόνος, τότε είναι που γεννιούνται οι ιδέες.

- Nikola Tesla

 

Σκέφτομαι τον Τέσλα, στις 7 του Γενάρη του 1943, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου να κατεβάζει το διακόπτη της ζωής του βυθίζοντας την απαράμιλλη διάνοιά του στο σκοτάδι. Μόνος. Αυτός που φωταγώγησε τις νύχτες μας…

Αναρωτιέμαι χωρίς αυτόν, τόσες μοναξιές που θα χωρούσαν. Πού θα στοιβάζονταν όλες αυτές οι μεταμεσονύχτιες σκέψεις χωρίς φως. Πόσο αβάσταχτες θα ήταν οι νύχτες μας. Όλες. Στο έλεος μικρών κεριών που θα αργοπέθαιναν τρεμοπαίζοντας, κάνοντας μας αλλόφρονες παρατηρητές σε ένα σκοτεινό θέατρο σκιών.

Με το φως γίναμε πιο ανεκτικοί με τις μοναξιές μας. Ξεχνιόμαστε. Λίγοι είναι αυτοί που συνειδητά, εντρυφούν σε αυτή και αναδύονται ολόκληροι και πολλαπλοί. Οι περισσότεροι κατακερματίζουν το χρόνο, τον διαθλούν σαν το κρύσταλλο το φως.

Οι απουσίες. Ναι αυτές αγαπούν το σκοτάδι. Κρύβονται εκεί και σε περιμένουν. Αν δεν έχεις λύσει τις διαφορές σου, αδημονείς για το ξημέρωμα. Εκεί που το πρώτο φως σκοτώνει τη νύχτα με το γάντι και ξαναδίνει στα αντικείμενα το ρεαλιστικό τους σχήμα.

Μα η αλήθεια, κρύβεται κι αυτή στη φόδρα του μαύρου καπέλου της ζωής ή του θανάτου. Το ίδιο είναι.

Για να δημιουργήσεις πρέπει να απομονωθείς. Η αφορμή βρίσκεται έξω, μα η αιτία φωλιάζει μέσα σου. Αν δεν σιωπήσουν οι φωνές δεν θα σ’ ακούσεις.

Για αυτό η Τέχνη είναι σκληρή για αυτόν που την υπηρετεί και ευγενής για αυτόν που την απολαμβάνει.

Ακριβώς επειδή δεν αγαπήσαμε ποτέ τους εαυτούς μας όσο θα έπρεπε, δεν τους δοθήκαμε με αφοσίωση κ πίστη, δεν αγαπήσαμε ποτέ και τη μοναξιά. Και το σκοτάδι. Και την απουσία. Και τη σιωπή. Και τη σκληρή υποταγή να γίνουμε. Η ελευθερία δεν χαρίζεται. Κατακτάται. Κι όποιος δεν πάλεψε εαυτόν ουδέποτε έπραξε, ουδέποτε εισέπραξε.

Γιατί πράττω σημαίνει είμαι. Και εισπράττω σημαίνει οι άλλοι είναι.

Όταν κανείς δεν είναι κανένας, όταν το μόνο που εναλλάσσεται είναι το ρεύμα και οι ρόλοι, τότε είναι σκληρή εξορία το σκοτάδι. Εξορία της μάσκας. Γιατί αναπόφευκτα, μόνος θα μείνεις. Στιγμές χρόνια αιώνες. Θα μείνεις. Κι εκεί κανένας δεν ξορκίζει την ανεπάρκειά ή την αλήθεια σου.

 

Σβήσε το φως
Σβήσε το φως
είναι αργά.
Αργά για ο,τιδήποτε.

Χρίστος Λάσκαρης

 

Αργά για οτιδήποτε άλλο εκτός από σένα.

 

Άννα Νιαράκη  / Ρίο Απρίλιος 2011

Το κείμενο φιλοξενείται στο λογοτεχνικό περιοδικό αντί χ λόγου/ τεύχος 10

http://www.antiepilogou.gr/pdf/antiepilogou10.pdf

e.e. cummings

since feeling is first
who pays any attention
to the syntax of things
will never wholly kiss you;
wholly to be a fool
while Spring is in the world

my blood approves,
and kisses are a better fate
than wisdom
lady i swear by all flowers. Don’t cry
–the best gesture of my brain is less than
your eyelids’ flutter which says

we are for each other: then
laugh, leaning back in my arms
for life’s not a paragraph

And death i think is no parenthesis

 

Από τη στιγμή που το συναίσθημα έρχεται πρώτο

Αυτός που δίνει σημασία

Στη σύνταξη των πραγμάτων

Δεν θα σε φιλήσει ποτέ ολοκληρωτικά΄

Ολοκληρωτικά να είμαι τρελός

Ενώ η άνοιξη είναι στον κόσμο

 

Το αίμα μου εγκρίνει,

Και τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα

Από τη σοφία

Κυρά ορκίζομαι σε όλα τα λουλούδια. Μην κλαις

-η καλύτερη χειρονομία του μυαλού μου είναι κατώτερη

Από το πετάρισμα των βλεφάρων σου που λέει

Είμαστε ο ένας για τον άλλο: έπειτα γελάς

Γέρνοντας πίσω στην αγκαλιά μου

Γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος

 

Κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι παρένθεση.

[μετάφραση: Άννα Νιαράκη]

Antonio Machado

Mi corazón se ha dormido?

Colmenares de mis sueños

¿ya no labráis? ¿Está seca

la noria del pensamiento,

los cangilones vacíos,

girando, de sombra llenos?

No, mi corazón no duerme.

Está despierto, despierto.

Ni duerme ni sueña, mira,

los claros ojos abiertos,

señas lejanas y escucha

a orillas del gran silencio.

Antonio Machado

 

Has My Heart Gone To Sleep? by Antonio Machado

Has my heart gone to sleep?
Have the beehives of my dreams
stopped working, the waterwheel
of the mind run dry,
scoops turning empty,
only shadow inside?

No, my heart is not asleep.
It is awake, wide awake.
Not asleep, not dreaming—
its eyes are opened wide
watching distant signals, listening
on the rim of vast silence.

Translated by Alan S. Trueblood

 

Έχει η καρδιά μου αποκοιμηθεί; – Αντόνιο Ματσάδο

Έχει η καρδιά μου αποκοιμηθεί;

Έχουν οι κυψέλες των ονείρων μου

Σταματήσει να δουλεύουν, ο νερόμυλος

Του νου ξεράθηκε,

Οι κουβάδες αναποδογυρίζουν άδειοι,

Μόνο σκιές μέσα;

 

Όχι, η καρδιά μου δεν κοιμάται.

Είναι ξύπνια, εντελώς ξύπνια.

Δεν κοιμάται, ούτε ονειρεύεται-

Έχει τα  μάτια της διάπλατα ανοιχτά

Παρατηρώντας μακρινά σινιάλα, ακούγοντας

Πάνω στο χείλος μιας αχανούς σιωπής.

[μετάφραση: Άννα Νιαράκη]

μια βόλτα ως το Άπειρο

Σε περιβάλλον αστικό ξετυλίγομαι/ δέντρο/ μες στο τσιμέντο

Σε πάρκα/ και σε πλατείες παραδίνομαι/ να είμαι εγώ/επιμένω

κι ας μην ξέρω ποιος είμαι/ ψάχνομαι/ στο τέλος θα με βρω

το ελπίζω/ πάνω σε τοίχους χτυπώ/ κομματιάζομαι

από ότι με δένει χωρίζω.

Είναι η σιωπή γυμνή/ τυλίγει τον αέρα με σεντόνι

Βρώμικο/ μαύρο/ δανεικό/ τις ώρες που αδειάζουν όλοι οι δρόμοι

Όλοι μας μόνοι /εκπνέουμε ανάσες τοξικές/ τα όνειρα γυαλίζουν μες στη σκόνη

Γραμμές του τρένου φτιάχνουν πεντάγραμμα/

Για να σου φτιάξω μουσική δίχως λόγια/ διαιρώ σε αξίες

Ταξίδια/ νοήματα/ παύσεις που στέλνουν τις τροχιές στα υπόγεια.

Σπείρα ο χρόνος/ ελίσσεται γύρω μου/ είναι το σώμα μου ατσάλινη βίδα

Βόλτες στη θάλασσα/ είμαι ακίνητος/ έχω τη σκέψη χαλασμένη πυξίδα

Στιγμές που έζησα χωρίς την αλήθεια σου/

Κρέμονται τώρα από ταβάνια ανίας/ σε θέλω μου είπες/ όλα διαλύθηκαν

Βουτιά στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας

Κύκλος η αλήθεια/ τυλίγεται γύρω μου/ είναι η ψυχή μου σπασμένος καθρέφτης

Θέλω να πάω μια βόλτα στη θάλασσα/ σε προσκαλώ μαζί μου να έρθεις

 

Θυμίζεις φωτιά/ κι εγώ χρόνια καίγομαι/μέσα στις στάχτες έχω μάθει να ανθίζω

Ότι έχω παρ’ το /χωρίς ανταλλάγματα/Όσο με αδειάζεις/ τόσο γεμίζω

 

Περπατάμε μαζί/ στην άλλη πλευρά της σελήνης

Μου φτάνει μόνο/ ότι απλόχερα δίνεις

Καινούρια αρχή/ σε καινούριο πλανήτη/Δεν υπάρχει ρόλος/ για θύμα και θύτη

Ο χρόνος κυλάει από δίπλα και ρέει /

αντίστροφα τώρα, ένα ποτάμι που καίει

είμαστε παιδιά/ γελάμε παρέα/φοράμε χρώματα/ η ζωή είναι ωραία

σπείρα η ζωή/ ελίσσεται γύρω μας/ είναι τα σώματα κισσοί που ανεβαίνουν

πάνω σε τοίχους/ όλα βάφονται πράσινα/ τα όνειρα εδώ ποτέ δεν πεθαίνουν

στιγμές που ζούμε/μες στην αλήθεια μας/ κρέμονται τώρα γιρλάντες σε δέντρο

σε θέλω μου είπες/όλα ενώνονται/ βουτιά στης αγάπης το κέντρο

κύκλος οι φίλοι/ ανοίγονται γύρω μου/ είναι η ψυχή μου κοχύλι βρεγμένο/

θέλω να πάμε μια βόλτα ως το Άπειρο/ σε περιμένω…

Η αρχή της επίδοσης ή αλλιώς ας ξεκινήσουμε από τα βασικά.

Όταν κανείς ξεκινά να ασχολείται με κάτι, στην αρχή είναι αρχάριος. Πλεονασμός η πρώτη φράση; Δεν νομίζω. Επειδή το αυτονόητο είναι μια κατάκτηση που χάνεται ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η μάθηση, η γνώση, η τριβή, η επανάληψη οδηγούν στην αφομοίωση όσων αποτέλεσαν κοινό τόπο, κατακτήσεις προηγούμενων. Για να πας πιο μακριά, πρέπει πρώτα να φτάσεις εκεί που τερμάτισαν οι υπόλοιποι. Είναι πιο εύκολο για σένα, αφού είναι ένας δρόμος στρωμένος, παρολαυτά παραμένει ένας δρόμος που πρέπει να διαβείς με τα δικά σου πόδια. Και κανείς δεν είπε πως δεν υπάρχει κούραση και κόπος. Και προσπάθεια. Συνεχής και επίπονη.

Πώς να εφορμήσεις από τα μισά του δρόμου, πώς να διεκδικήσεις πρωτιά, πρωτοτυπία, το δικό σου αχάρακτο μονοπάτι, όταν πατάς ακόμα σε χνάρια προηγούμενων;

Η εξέλιξη οδηγεί άλλους σε ανέλιξη, άλλους σε κατάληξη. Μα οφείλει να υπάρχει πρόοδος. Όχι μόνο προσωπική, μα και συνολική, καθώς δεν υφίσταται κανείς μοναχά σαν άτομο, αλλά τοποθετείται μαζί με το έργο του σε έναν μεγαλύτερο χάρτη, με γεωγραφικές αλλά και χρονικές διαστάσεις.

Οι αντίπαλοι, οι συνοδοιπόροι, δεν είναι μόνο οι σύγχρονοι, μα και οι προγενέστεροι.

Για να συνεχίσεις μια παράδοση, πρέπει κάτι να σου παραδοθεί και κάτι να παραδόσεις. Σαν σε μια σκυταλοδρομία  που διατείνεται στο χρόνο, το έργο αλλάζει χέρια, το σύνολο έργο, το Έργο Τέχνης, περνά από πομπό σε πομπό, μεταπλάθεται, ανανεώνεται και παραδίδεται στους δέκτες.

Αυτή η οικουμενικότητα του νοήματος, το άχρονο και άναρχο, η ιδιότητα του να αφορά ασχέτως πλαισίου, καθιστά ένα έργο, έργο Τέχνης.

Το σύνολο των αποδεκτά χαρακτηρισμένων έργων Τέχνης, αποτελεί ένα σύνολο με πολλές ομοιότητες στην ουσία και την ιδιότητα, πέρα από παράγοντες προσωπικής αισθητικής και κριτηρίου, μοιάζει να απευθύνεται σε όλους και σε όλα, φορέας αλήθειας και ομορφιάς και τελειότητας. Καθολικό.

Όλα τα έργα τέχνης συνομιλούν μεταξύ τους, με μια γλώσσα ιερή, υπεράνω συμβόλων και τεχνοτροπίας. Αυτή η υπερβατική πνοή εμφυσείται στο έργο από την ίδια την υπέρβαση του καλλιτέχνη. Ο δημιουργός μετά από μακρόχρονη πορεία, παιδεμό, τριβή, μόχθο οδηγείται σε μια κατάσταση όπου οι γνωσιακές κατακτήσεις  αποτελούν το γερό κορμό πάνω στον οποίο περιελίσσονται οι προσωπικές ανθοφορίες. Το ισχυρό υπόβαθρο, το πεπαιδευμένο ταλέντο λειτουργούν σαν βατήρας ο οποίος εκτοξεύει το καλλιτεχνικό έργο σε αξιακά ύψη. Ακόμα κι αν το έργο στέκεται αυτόνομο, χωρίς την ανάγκη του δημιουργού η σχέση γεννήματος γεννήτορα υποδηλώνει από μόνη της μια καταγωγή ή μια ταυτότητα.

Τα έργα τέχνης αναβαθμίζουν το αισθητικό μας κριτήριο, μας κάνουν κοινωνούς της ομορφιάς, μας αναμορφώνουν, μας μεταπλάθουν, μας αλλάζουν. Η ρίζα της ευτέλειας και της παρακμής της αισθητικής των σύγχρονων κοινωνιών θα μπορούσε να αναζητηθεί και στο προσφερόμενο καλλιτεχνικό έργο. Ασχέτως ρευμάτων, νεωτερισμών ή και ρηξικέλευθων τομών, η επικρατούσα τάση του γρήγορου και φθηνού, ευκόλως αντικαταστάσιμου κακέκτυπου έργων τέχνης και η εκμετάλλευση των έργων τέχνης σαν εμπορικά προϊόντα έφεραν την παρακμή και τον αισθητικό ξεπεσμό. Η ορθή αντίληψη να εμπλουτισθεί η καθημερινότητα με αντικείμενα που εκτός από χρηστικά θα ήταν και όμορφα, η αντίληψη της ποπ αρτ, σαν φθηνό έργο τέχνης που υπηρετεί και μια καθημερινή χρήση και ανάγκη, στρεβλώθηκε τόσο πολύ που έφτασε να σημαίνει πλήρης αντικατάσταση ενός αυθεντικού, πρωτότυπου έργου Τέχνης από πληθώρα πλαστικών, και συνήθως κακότεχνων μικροαντικειμένων που κατέκτησαν τα νοικοκυριά και έθαψαν το αισθητικό κάλλος κάτω από τόνους κιτς αναπαραστάσεων και υλικών μη ανακυκλώσιμων. Αυτά τα ευτελή αντικείμενα θα βαραίνουν με την ασχήμια τους αυτόν τον πλανήτη επιβαρύνοντας εκτός από την αισθητική και το οικοσύστημα, για αιώνες.

Η σύγχρονη εποχή έφερε μαζί της μια μετατόπιση του νοήματος. Η σκόπιμη χρήση κυρίως για διαφημιστικούς και εμπορικούς λόγους, λέξεων για να ονοματίσουν και να χαρακτηρίσουν ένα προϊόν ως έργο Τέχνης, επέφερε μια σύγχυση ως προς τι είναι τέχνη τελικά, τι χαρακτηρίζει ένα έργο ως έργο τέχνης. Η ανεξέλεγκτη χρήση επιθέτων, χαρακτηρισμών που ήταν χρόνια συνυφασμένοι με το κάλλος, οδήγησαν σταδιακά στην αποδυνάμωση του νοήματος και στον ξεπεσμό των ίδιων των λέξεων.

Αυτή η χρόνια κακοποίηση και παραφθορά, επέφερε ως ήταν φυσικό, μια σταδιακή απομάκρυνση από τον αρχικό σκοπό της Τέχνης, με τη σύγχυση να μεταδίδεται από παρακλάδι της σε παρακλάδι ακολουθώντας το νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων.

Το πλέον βεβαρυμένο τέκνο, δεν είναι παιδί των εικαστικών τεχνών, όπου η πλαστικότητα, οι γραμμές, η αντανακλαστική αποδοχή της ομορφιάς είναι, πέραν των σακατεμένων αισθητικών κριτηρίων, κατανοητή μες από την οπτική αντίληψη. Ακόμα και η λογοτεχνία, που τόσο βιάσθηκε μπορεί να αυτοαποκυρήξει την ευτέλεια καθώς η περιγραφή και η μεταφορά, περνούν μέσα από την οδό της γραμματικής, της σύνταξης, της ορθογραφίας, διατηρώντας ένα πλέγμα ασφαλείας ως προς το κατώτατο όριο ξεπεσμού.

Η τέχνη, η πλέον ασθμαίνουσα από την ευτέλεια των καιρών, είναι η Τέχνη της Ποίησης.

Το ποιητικό κείμενο είναι αυτό που υπέφερε και ακόμα υποφέρει τα χειρότερα των δεινών, καθώς η απόλυτη ελευθερία του δεν επέτρεψε κανένα πλέγμα ασφαλείας. Η πτώση είναι ακαριαία και το όριο κατωφλίου διαρκώς μετατοπίζεται χαμηλότερα. Η απουσία σχολών εκμάθησης ποίησης, η οποία τόσο πολύ φανέρωνε το υψηλό κι άπιαστο μιας τέχνης που δεν κατέχεται, δεν άπτεται, δεν διδάσκεται παρά μόνο βιώνεται και υφίσταται σαν εμπειρία, οδήγησε στην κατάργηση όλων των άγραφων κανόνων που την όριζαν σαν να ορίζεις ένα μόνο στιγμιότυπο από ένα Όλον διαρκώς μεταβαλλόμενο. Έτσι σταδιακά και αθροιστικά με την μετατόπιση του νοήματος και την παραφθορά των λέξεων, η κατάργηση του ρυθμού, η παντελής έλλειψη πλαστικότητας, ουσίας, νοήματος, τεχνικής μαστοριάς και η αδυναμία του αναγνωστικού κοινού να αποκηρύξει τα εκτρώματα, λόγω σύγχυσης και αδυναμίας αντανακλαστικής αποδοχής της ομορφιάς (όπως για παράδειγμα στις εικαστικές τέχνες, μέσω της οπτικής αντίληψης), επέφερε μια τέτοια θολερότητα που είναι φυσικώς αδύνατον να διαυγάσει χωρίς την πρότερη επαναφορά των νοημάτων στο ηχητικό τους σαρκίο, χωρίς την πρότερη επανατοποθέτηση της ουσίας στη λέξη.

 

 

 

Μέσα σε ένα παράθυρο

Η γοητεία των λέξεων που περικλείουν αμφισημία.

Το παράθυρο ορίζεται ως ένα άνοιγμα στον τοίχο για την είσοδο φωτός και αέρα. Είναι όμως τόσα παραπάνω, όσα σχεδόν μπορεί κανείς να δει από την ανοιχτή του θέα, προς τα έξω μα και από την ανάποδη. Κρυφοκοιτώντας μέσα, στο δωμάτιο που οι τοίχοι του ορίζουν ένα σχηματικό καταφύγιο για την φιλοξενία.

Και ίσως όσα δεν υπάρχουν πια, παρά μονάχα αντανακλούν στο φευγαλέο πετάρισμα βλεφάρων, όσο κρατάει μια αναπόληση, μια δρασκελιά της μνήμης που γεφυρώνει τόπους, χρόνους κι ανθρώπους.

Ένα ξελασκάρισμα του γιακά, άνοιγμα του τελευταίου κουμπιού στο πουκάμισο, τράβηγμα της κουρτίνας και το κεφάλι έξω. Έξω στον αέρα, ανασαίνοντας ξανά, κι ύστερα ίσως μέσα, με τις γρίλιες μισόκλειστες να φιλτράρουν το φως, τον αέρα, το θόρυβο.

Κάποτε ένα πουλί χτύπησε με φόρα το τζάμι και σωριάστηκε ζαλισμένο στο δρόμο. Κάποτε κάποιος ακολούθησε την ίδια μοίρα από την ανάποδη.

Μια πύλη εισόδου και εξόδου. Από το δωμάτιο, από τη σκέψη. Από τον εαυτό μας. Στο δωμάτιο, στη σκέψη. Στον εαυτό μας.

Ακόμα κι αν δεν αλλάξεις θέση εσύ, η θέα αλλάζει. Από την πρωινή δροσιά που επικάθεται σαν διάφανη μεμβράνη στα κεραμίδια και τις ταράτσες, από την νυχτερινή σιωπή που θρυμματίζεται στο πρώτο φως της μέρας, την μπουγάδα που απλώθηκε και στέγνωσε, τα κλειστά παράθυρα απέναντι που ανοίγουν και κλείνουν περιοδικά, από την θαμπή σκονισμένη ραστώνη του μεσημεριού μέχρι την απογευματινή φλυαρία και τέλος τη βραδυνή περιπολία των σκιών πάνω στους τοίχους, πίσω από κουρτίνες διάφανες της μοναξιάς και της παρέας ως το κίτρινο φεγγάρι που ξεπροβάλλει και κρέμεται σαν γλόμπος γυμνός, με το ισχνό του φως να χωνεύεται μέσα στα φώτα της πόλης, ώσπου να μείνει μόνο του, στερεωμένο στο κενό μέσα στα ανήσυχα δωμάτια της νύχτας.

Vakxikon τεύχος 15

Σπίτι μου είναι

                                     στον Goran

Ανίκητη σιωπή

Το σπίτι σου

καταφύγιό μου είναι

 

Γέρικες στέγες

Στάζουν

Αιμοσφαίρια

 

Πέτρινες φλέβες

Υγροί κισσοί

Και ιδρωμένα παράθυρα

 

Πού ξεκουράζεται το

Κεφάλι μου

Το σπίτι μου πού

Είναι;

 

Φωνές αντηχούν

Μέσα απ’ τους τοίχους

Της μνήμης

 

Φωτογραφίες σου

Μπροστά από ένα τζάκι

Φλεγόμενο

 

Πού βρίσκεται η καρδιά μου;

Το σπίτι μου που αναπαύεται;

 

Έξω στο δάσος

Τρέχω

Έξω στο δάσος

Των νευρώνων μου

Κουβαλώντας σε μαζί μου

                               

Σπίτι μου είναι

Μες στο κεφάλι σου.

ημερολόγιο απωθήσεων, μέρος 1ο

Ασυνήθιστα βαρετές και γεμάτες

ελλοχεύοντα πρίσματα άρνησης οι μέρες

Που σέρνουν τα πόδια τους πάνω στο

χρόνο των τελευταίων μηνών του κοντέρ μου.

Αφουγκράζομαι το χάος

Κάτω από το χαλάκι της κουζίνας.

Τη διαστροφή της γάτας που επιμένει

Να τρέφεται αποκλειστικά με κροκέτα .

Βάφω τα νύχια μου

Σε μια προσπάθεια συγκέντρωσης

Στο τίποτα.

Τα ξεβάφω αμέσως

Σαν να μην αντέχουν άλλη

ματαιότητα τα νύχια μου.

Τις μέρες σέρνομαι φρόνιμα

Τις νύχτες ακροπατώ στα χαλιά

Και σκέφτομαι πράσινα

Αλλοφρονώ ησύχως

Καθώς μου υπαγορεύουν

Τα άγραφα τοπία αστικού

Κώδικα συμπεριφοράς.

Αδημονώ

Για αυτό που θα ΄ρθει

Να τα διαλύσει όλα

Αδημονώ για το μηδέν

Του ταχογράφου

Για το μπλε μιας άλλης θάλασσας

Για όλα αυτά που παραμένουν

Άγραφα, σιωπηλά και υποβόσκοντα.

Σε ένα χωράφι με μηλιές θα απλώσω

Ένα καρώ τραπεζομάντηλο

Και πάνω του θα αποθέσω

Όλα τα σύνεργα της τέχνης μου.

Τα μέλη του κορμιού μου.

Κι όπως θα κοιτάζω ανάσκελα το άπειρο

Ίσως μ’ ακούσεις να ελευθερώνω

Αυτό το αχ

Που από παιδί βαστάω μέσα μου.

Αλεξιλέξιον

Θέλω το χέρι σου

Να κρατά μακριά μου

Όλες τις λέξεις

Που κουράστηκαν να

Με χτυπούν αλύπητα

Κι εγώ να μην καταλαβαίνω.

Ο Louis στα Δέκατα

Από μηχανής θεός

                                                                                    Στο Louis

Έβαλα πλυντήριο χτες. Χωρίς πρόπλυση,

με ένα απορρυπαντικό που καθαρίζει στους 40 βαθμούς.

Και μετά έβαλα τα κλάματα.

Είχαμε απομείνει εγώ, το πλυντήριο, το ψυγείο, η τοστιέρα, η κουζίνα και το καλοριφέρ.

Ευτυχώς την ώρα που κορύφωναν οι λυγμοί και οι στροφές του πλυντηρίου

μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο ο γάτος μου και νιαουρίζοντας θυμωμένα,

μου είπε να σου πω ότι είσαι μεγάλη κουφάλα.

Ευχαριστώ τη Riski για τη φιλοξενία

http://ouden-amiges.blogspot.com/2012/01/blog-post.html

Η μυστική ενόραση του κόσμου – στον εξώστη του Duende

[...]

Είμαστε σκόνη. Άμμος κι αφρολέξ. Υλικά πληρώσεως. Θα μπορούσαμε ίσως να αλλάζουμε σαρκίο, ίδιο μέγεθος με το δικό μας.

Είμαστε αίμα. Και οστά, και μύες, και σάρκα.

Θα μπορούσες να μας μαγειρέψεις κιόλας, αν δεν κουβαλούσαμε τόσες ωδίνες.

Σε θρανία, κορμούς, μάρμαρα, τοίχους λαξεύουμε αρχικά. Τελικά δεν χρειάζονται. Αλλεπάλληλες εκκινήσεις. Για εκεί που θα κινούσαμε ούτως ή άλλως. Εντός -το ταξίδι της νύχτας μες στην τεμπέλικη ραθυμία της μέρας, ο θάνατος του μεσημεριού εντός του βραδινού σκιρτήματος. Η καταβύθιση της σάρκας εντός μιας άλλης. Η αδέσποτη ερμηνεία της θάλασσας εντός του βυθού. Η αγκαλιά του χώματος. Η εγκόλπωση της ασχήμιας.

Η συλλαβιστική κατανόηση του νοήματος.

Η ακανόνιστη αρρυθμία της ανάσας σου.

Η οχλαγωγία τόσων πολλών σιωπών.

Η κατάφαση της άνοιξης μες στο χειμώνα.

Η εαρινή χημεία της ύπαρξης.

Η φθινοπωρινή άλωση του καλοκαιριού. Πες μου ένα γράμμα που δεν σε περιέχει.

[...]

 

http://duendemagazine.gr/issue/17/article/349/Η+μυστική+ενόραση+του+κόσμου.html

άτιτλο

 Λένε όταν γράφεις-

γίνεσαι διάφανος.

Το σώμα ακαριαία εξαχνώνεται

και μόνο νοερά δάχτυλα

πατάνε πλήκτρα/ πιέζουν μολύβια

Είναι κι αυτοί οι θόρυβοι

που σε ξυπνούν τη νύχτα

χωρίς να ξέρεις ακριβώς

από που έρχονται.

 

Διάφανοι ποιητές

χτυπούν τα πλήκτρα του υπολογιστή σου

κάθονται στην καρέκλα σου

καπνίζουν τα τσιγάρα σου

ξύνουν τα μολύβια σου και

πίνουν τον ξεχασμένο σου καφέ

μες απ’ την κούπα.

 

Μη φοβάσαι-

τα πιο όμορφα ποιήματα

είναι πρωινές ανατριχίλες

ρίγη που διαπερνούν τη ραχοκοκκαλιά σου-

δαχτυλίδια καπνού που στεφανώνουν

τα βλέφαρα.

 

Τα πιο όμορφα πόιήματα δεν έχουν τίτλο

ούτε αριθμό, ούτε και πάτρονα

 

ελεύθερα διαχέονται τις νύχτες

τρυπώνουν απ’τα ρουθούνια σου

φωλιάζουν στα πνευμόνια σου

κέντρο χτυπούνε μέσα σου

ριζώνουν στην καρδιά σου.

 

τα πιο όμορφα ποιήματα

δεν έχουν δάχτυλα προγόνους

επίγονοι είναι

της σκιάς, δισέγγονα των ήχων.

Στον κήπο της αναρχίας

Αντί για όπλα

στα χέρια κρατούσαμε βολβούς

κι αντί για σφαίρες

λουλούδια φυτεύαμε στο χώμα.

Ο χρόνος είχε μεταμορφωθεί σε

δέντρο με όλα τα κλαδιά ανθισμένα

καθώς μια άνοιξη μόνιμη είχε

κυριαρχήσει στον πλανήτη.

Τα βράδυα ανάβαμε φωτιές

γυμνοί χορεύαμε σε κύκλους.

Παιδιά γελούσαν κι έτρεχαν

στο πλάι μας ξυπόλυτα.

Τα πουλιά είχαν επιστρέψει κι

έφτιαχναν φωλιές στις στέγες

και στις αυλές.

Οι γονείς μας, έπιναν βερμούτ

κι έτρωγαν ξηρούς καρπούς στη

βεράντα κι ένα άρωμα γιασεμιού

μεθούσε τις καρδιές και μάγευε

την πλάση.

Ο κόσμος έμοιαζε σχεδόν ευτυχισμένος,

ήσυχος, με τους νεκρούς ν΄αναπαύονται

εν ειρήνη και τους ζωντανούς να σμίγουν

να ερωτεύονται, να χωρίζουν, να γελούν,

να γεννούν, να παράγουν, να μοχθούν

να απολαμβάνουν.

Τα σώματα έσφυζαν από ζωή,

τα μάτια άστραφταν, μια γλυκερή

θαλπωρή παραχωρούσε τη θέση της

στην ηδονή, μια ανοιξιάτικη παραφορά

έριχνε τα σώματα στη φωτιά και με χυμούς

ερωτικούς τα ξεδιψούσε.

Μοιάζαμε σχεδόν όμορφοι

Μοιάζαμε σχεδόν άνθρωποι

έτσι όπως είχαμε αρχίσει να

ανασαίνουμε ξανά το γιασεμί

καθισμένοι κατάχαμα στον ξέφραγο

κήπο της αναρχίας.

Τα σχολεία είχαν κλείσει καιρό τώρα,

και τα εργοστάσια το ίδιο.

Έμοιαζαν οι πόλεις με φυλακές

κακόγουστο αστείο κάποιου

άρρωστου νου, σαν παραφωνία

ξεπρόβαλλαν στο βάθος του ορίζοντα.

Είχαν από καιρό μείνει παρατημένες

έρημες, βουβές. Ούτε τα τρωκτικά δεν

έμειναν πίσω. Μετά την Παράκρουση,

όπως την γράψαν στα βιβλία, ή την Αφύπνιση

όπως τη λέγαν οι αδικαίωτοι προφήτες

όλοι σαν υπνωτισμένοι αρχίσαμε να τρέχουμε

προς κάθε κατεύθυνση. Λες και κάποιος αόρατος

ωρολογοποιός είχε κουρδίσει τα εσωτερικά μας ρολόγια

όλοι μαζί, χαράματα ξεκινήσαμε να ανοίγουμε τις πόρτες,

να παρατάμε σπίτια, αυτοκίνητα, κινητά, λεφτά, περιουσίες

και να τρέχουμε, ένας ένας στην αρχή, ύστερα σε ομάδες,

ύστερα όλοι μαζί. Καθώς προχωρούσαμε, όλο και κάτι περισσότερο

αφήναμε πίσω. Άλλος τον φορητό υπολογιστή, άλλος την ομπρέλλα,

άλλος τα παπούτσια του, σιγά σιγά αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα μας,

πρώτα οι γυναίκες, μετά τα παδιά, ύστερα οι γέροι και τελευταίοι οι άντρες.

Κι όταν φτάσαμε τελικά

τίποτα δεν μας έλειπε.

Είχαμε αυτό που από χρόνια

είχαμε χάσει.

Είχαμε πάλι ο ένας τον άλλο

κι αυτό μας έσπρωξε να ξαναθυμηθούμε.

Να ξαναπάμε απ’ την αρχή το παραμύθι.

Είμασταν πάλι στον ίδιο κήπο

μόνο που τώρα τα φίδια ήταν

ευπρόσδεκτα, και τα μήλα

φαγώνονταν από όλους.

Και πραγματικά τίποτα άλλο

δεν είχε σημασία.

Κι ήταν εντάξει να είσαι εσύ

να μην πεινάς, να μην χρειάζεται να φοβάσαι

έμοιαζε αμαρτία να μην αγαπάς, ήσουν

ελεύθερος να αγαπιέσαι

κι όλο αυτό το ταξίδι

άνηκε πια στο παρελθόν

ένας εφιάλτης από μπετόν

μια γκρίζα σελίδα όπως λεν

στην ιστορία.

Τίποτα που μια άνοιξη και ένα γιασεμί

να μην μπορούν να σβήσουν.

Ένα κομμάτι Κυριακής στα Ισπανικά

[…] Ένα συρτάρι γεμάτο Κυριακές. Ξεκλείδωτο, μήπως και

Αποδράσουν κάποια στιγμή απηυδισμένες όλες μαζί
και ξεχυθούν στον χώρο,
Γλιστρήσουν από παράθυρα ανοιχτά, γρίλιες μισόκλειστες
και χαραμάδες και φυτευτούν μες στην αυλή,
άσπρα γαλάζια και ξεφούσκωτα μπαλόνια.
Τι ωφελεί, αναρωτιέμαι. Να παραχώνεις Κυριακές.
Σαν να πιέζεις τη στροφή μέσα σε μια ευθεία.
[…]
Απόσπασμα από το ποίημα «Σκλαβιά της Κυριακής» της Άννας Νιαράκη.
 
 
 
[…] Un cajón lleno de domingos. No lo cierro por si
Escapan en algún momento todos juntos y hartos
se echan al espacio,
Se escurren por ventanas abiertas, entreabiertas persianas
y rendijas y se plantan en el patio,
globos blancos celestes y deshinchados.
Para qué sirve, me pregunto; enterrar los domingos
Como presionar la curva dentro de una recta.
[…]
Extracto del poema “Esclavitud del domingo” de Ana Niarakis.
 
μτφ Ξένια Κακάκη

El perseguidor no 84- El vuelo de icaro/ Miercoles, 8 de Febrero de 2012, Tenerife

Οκτώ ποιήματα από το Τετράδιο πειραμάτων, μετεφρασμένα στα Ισπανικά από τον Mario Domínguez Parra, και δημοσιευμένα στο El perseguidor, Tenerife.

ANNA NIARAKIS

OCHO POEMAS

 

Traducción y notas: Mario Domínguez Parra

 

 

La triste ciudad de los humanos.

De los humanos de lógica perdida,

de sentimientos perdidos –

que asfixia bajo sábanas de carne,

bajo soledades prestadas– buscando

la muleta de la existencia.

Te deseo, me dijeron tus ojos

Te deseo, me dijo tu cuerpo

Y yo,

busco ciudades astrales

diferentes de las que mis antenas

detectan,

iguales que las que tus venas

indican.

Lampiri, 23-03-03

 

 

ausencia

Tantos poemas, conjuros para la soledad,

mis iracundos intentos por no olvidar,

mis insufribles tentativas de recordar…

Tendrías que faltar con frecuencia.

Llenos mis cajones.

Y pensar que, cuando

nos encontremos,

me bastaría el silencio.

 

 

 

fuerzas de cohesión

¿De quién te enamoras, me pregunto:

del otro o de la posibilidad?

 

 

cita después de años

Hablas despacio, me miras a los ojos con timidez.

Quieres ocultarte. Y otra vez no.

Quieres decirme. Y otra vez no.

Es el significado escrito en el aire.

Lo engullimos junto con nuestras copas.

Sé que querrías cogerme la mano.

Y de nuevo no.

La ironía salva los pretextos.

¿Quién nos salvará a nosotros?

Soy gota de sudor que anida

en el hoyuelo de tu garganta. Allí me oculto,

siento tu calor, la vena que late

como ordena el corazón. Me evaporo, devengo aire

que inhalas y exhalas. Me enrosco en

el humo de nuestros cigarrillos, en el vacío que

separa nuestra materia. Y otra vez de regreso.

En mi cuerpo.

En mi mundo.

Te apoyas sobre su esférica bóveda.

Las palabras ocultarán los pensamientos.

Me sacudiré cual resorte sobre

tu cabeza, apuraré hasta la última

gota de mi copa y me iré.

Cogeré mi cuerpo y lo encerraré

en una habitación. Y te arrepentirás.

De no verme.

Busca bien en tus bolsillos.

He dejado un rugoso

trocito de mí,

en el instante en que pagabas la cuenta.

Diré buenas noches y no volveré la

cabeza.

Miraré hacia delante,

recto hacia delante.

¡La nada!

 

 

 

desequilibrio

Mi cuerpo ejecuta lo factible.

Mi mente tiende a lo inalcanzable.

Si no te llamaran Quimera, no te querría.

 

 

 

ausencia

Tu ausencia trepa como el gato

el canalón, por ventanas abiertas entra furtivo 

por las noches.

Y si alguna vez un fuerte ruido me despierta

es por el gato que se tropezó entre las macetas.

Maúlla algo quejumbroso y después busca abrigo

en mi cama. De siete vidas él,

mucho más resistente tu ausencia.

 

 

 

bad bargain (1)

En la renuncia a los placeres.

En un cuchillo de cocina

concentro la refutación telescópicamente.

Corto los puentes.

Corto las verduras.

Pensamientos automáticos brotan

de costumbres orgásmicas.

Movimientos maquinales.

Manufacturo definiciones en

un crucigrama inexistente.

Las palabras ya cuelgan

crucificadas.

Las descuelgo y las arrojo

en desorden por el suelo.

Pasan días. Las miro

con desesperación.

No las entiendo.

Pruebo a decirlas

pero mi lengua se niega

a pronunciar consonantes.

En esto, nunca estábamos

en consonancia.

Cuando durante mi niñez

me abandonaste te llevaste

mi efluvio más inocente.

Y me dejaste palabras

infinitas, inválidas

como compañía.

 

 

 

a ti

                                                A Yannis Livadás

A ti se dirige este poema.

Como tantos otros.

A ti que garabateas jeroglíficos

bajo la luna de un desierto.

O de una ciudad desierta, manchando

sus sucios muros con pintura roja.

Que deambulas al rayar el día,

medio borracho, medio loco

por callejuelas, plazas y vacías

avenidas,

inmóvil.

A ti que te alzas a un lado

del silencio, balbuciendo frente

al fuego y su perpleja ira.

Que plantas jacintos en una seca

vertiente de palabras muertas y

aguardas la primavera.

Portador de palpitaciones dispares,  

de buena figura

inquebrantable y pesado

en la lucidez de tu tristeza.

Perdido.

Descubres lo que

perderás una y otra vez.

Sacudes desde la negrura

las charreteras de colores

y tomas tu rumbo.

Increíble esperanza de mi porfía.

A ti,

que no sé

quién eres;

solo sé que

vienes…

Nota

 

(1) En inglés en el original: «Mal negocio». 

Nota bio-bibliográfica

 

La poeta y traductora griega Anna Niarakis nació en 1979 en Atenas. Es química de formación y trabaja como investigadora de doctorado en la Universidad de Patras. Estos poemas pertenecen a su primer libro, Cuaderno de experimentos (Tetradio piramaton, Patras, Jaramada, 2010). Algunas de sus traducciones se han publicado en evistas literarias, tanto en formato papel como en la red. Edita un blog, Antipíisi (Antipoesía): http://antipoihsh.wordpress.com/. Además, dirige una revista de poesía en Internet, To parázyro (La ventana): http://toparathyro.wordpress.com/.

Σώμα κρότου λάμψης

Οι λέξεις τρέχουν πιο γρήγορα από τα δευτερόλεπτα

Όταν σε χάνω

Ο κόσμος χάνεται πιο γρήγορα κι από αυτό

Το ανεπαίσθητο ανοιγόκλεισμα του βλεφάρου

 

Η έρημη αίσθηση της μοναξιάς

Του πρώτου ανθρώπου στη σελήνη

 

Αυτό που σε αφήνει άφωνο

Που σε μεταμορφώνει ακαριαία

Και δεν μπορείς να το μοιραστείς

Αυτό που είναι τόσο δικό σου

Τόσο άχρονο

Ανώφελο να ειπωθεί με χειρονομίες

Πιο εύκολο να ανάψει σαν χειροβομβίδα στο σκοτάδι

Λάμψη, έκρηξη, κρότος

Χιλιάδες κομματάκια στον αέρα

 

Οι απουσίες παίζουν από καιρό

Ζαριές με ένα ζάρι χτυπημένο

 

Μην απορείς

Δεν είναι να απορεί κανείς

Μόνο να θυμάσαι

 

Αυτό που σε κράτησε όρθιο

Όταν όλοι σε είδαν να πέφτεις

 

Αυτό που σε ανέθρεψε

Όταν πεινούσες για ανόητα λάθη

 

Τα μάτια του

Που έκαναν το φεγγάρι να μοιάζει με ψέμα

Πάνω σε λίμνη από σεντόνια τσαλακωμένα

Τα χέρια μου πονούν

Όταν δεν έχουν τίποτα να δώσουν

Ένας καλός λόγος δεν φτάνει για τίποτα

Περισσότερο από μια πρόσκαιρη παρηγοριά

Από αυτές που χαϊδεύουν τα αυτιά

Σαν γάντια από πρόκες

 

Η αλήθεια είναι αυτή.

Και τίποτα άλλο.

Από εδώ πώς πάμε παρακάτω;

 

Ποια ευθεία σε βγάζει καθαρό;

Ποια στροφή σε ξελασπώνει

Αργά το βράδυ

Ποιος ήχος σε ξεντύνει μαλακά

Και σε αποκοιμίζει

 

Χνώτο απαλό, σαν βουβό νανούρισμα

Αγάπης

Μυρωδιά από λεβάντα και φτηνό απορρυπαντικό

 

Φρεσκοτσαλακωμένα ρούχα και σελίδες

Ένα ένα τα κεφάλαια σκίζονται

Εκεί που τα μαλλιά σου πέφτουν

Καθώς γέρνεις

Σε μια γέφυρα

Χωρίς στήριγμα

 

Είδα τον αγκώνα μου να λυγίζει

Πολύ πριν λυγίσει η καρδιά μου

Είναι που το σώμα πάντα είναι ένα βήμα

Πιο μπροστά από τη σκέψη

 

Κι ας μη θες να το ακούς

Αυτό πάντα κερδίζει την παρτίδα

Παραδίνεται, λιποθυμά, τρέχει

Καυλώνει, πονάει, κι ας γράφεις εσύ

Για τις λέξεις που αλλάζουν τον κόσμο

 

Τα κορμιά τον αλλάζουν

Αυτά του δίνουν υπόσταση

Ένα κουστούμι για κάθε παράσταση

Δυο χέρια

Δυο πόδια

Αφορμές για ενώσεις και

Χωρισμούς

 

Λευκό καμβά να ξαπλώνουν οι στίχοι σου

 

Αυτή είναι η αλήθεια.

Και τώρα;

Ένα σώμα

Κρότου λάμψης

Στα χέρια σου

κάπου όμορφα

Θέλω να γίνω χαρταετός, και πετώντας να φτάσω μέχρι τα παιδικά μου χρόνια- να μου αμολάει καλούμπα ο πατέρας μου, να μου ζυγιάζει τα φτερά ο αδερφός μου, κι η μάνα μου να μας τραβάει φωτογραφίες για το άλμπουμ…

http://www.youtube.com/watch?v=oHO6pbjQ9ec&feature=related

Νυχτερινές επισκέψεις

Τα κλειστά φύλλα στο παράθυρο

ενθύμιο γιορτής και στιγμών που

δάγκωσε σαν μήλο απαγορευμένο ο

χρόνος κι ύστερα εκδιώχθηκε από τον

παράδεισο, αφήνοντας κουρτίνες από φως

να τρυπώνουν μες από τις γρίλιες

εκεί όπου κάποτε σταθήκαμε

γυμνοί να χαζεύουμε τους περαστικούς

που ούτε που μάντευαν πόσο ερωτευμένα ήταν τα

μάτια που λαθραία τους κατασκόπευαν

για ένα δέκατο της στιγμής, για ένα βήμα

ασήμαντο χωρίς τα υπόλοιπα

 

Πόσες πορείες χαράξαμε ύστερα

και μαζί, μα πιο πολύ μόνοι μας

σε ένα κουτάκι κλείδωσα κάτι μουσικές

που μας θύμιζαν, κι όλες οι φωτογραφίες μας

επέστρεψαν στη λήθη

Να μη νομίζεις πως δεν σε ξεχνώ κυρίως

τα απογεύματα ή και τα πρωινά

μα είναι κάποιες ώρες νυχτερινές

κι ακόμα ακόμα οι πρώτες πρωινές

που σε θυμίζουν

Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί

ξέρω μονάχα πως αυτό το φως

που τρυπώνει από το παράθυρο

και ξεχειλώνει τις σκιές

κουβαλά ένα ένα τα γράμματα

από τα τόσα που ανταλλάξαμε

και τώρα στενάζουν από εγκατάλειψη

σε ένα γραφείο που κανείς δεν γράφει πια

 

Ένα ένα με επισκέπτονται

τα γράμματά σου

χωρίς ταχυδρόμο διαμεσολαβητή

μου τα ψιθυρίζει απαλά στο αυτί η νύχτα

Δεν ξέρω γιατί, μα αισθάνομαι πως έτσι ακόμα

προσπαθείς να με πείσεις για το λάθος μου να φύγω

 

προσπαθείς να μου πεις

όσα η γλώσσα σου δεν στάθηκε ικανή να σχηματίσει

μες στο στόμα σου, όσα ο αέρας δεν καταδέχτηκε ποτέ

να μεταφέρει

κι έχεις τη νύχτα σύμμαχο, και αυτές τις αχτίδες που ολοένα δυναμώνουν

καθώς εισβάλει η άνοιξη στον κόσμο

 

Μα θα σου πω ένα μυστικό για να το ξέρεις

δεν κλείνω πια τα φύλλα

και όλο το βράδυ αφήνω ένα φως

να ξορκίζει τη νύχτα

μακριά να κρατάει τις ανήσυχες λέξεις

και έχω πει στη μητέρα μου

να πετάξει εδώ και χρόνια

το κλειδί του γραφείου, που ακόμα κρατάει.

 

Μην με ξυπνάς, είναι ωραίες οι πλάνες

που πλέκουμε μόνοι…

Νίκος Κυριακίδης – Ένα γράμμα σε άγνωστο παραλήπτη

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

( Για την Άννα Ν.)

 

 

Ο Γιώργος είπε στο δίκαιο

πως πρόκειται για παρεξήγηση

‘’Τα μικρα παιδιά είναι σαν τούρτες

δεν τα πειράζεις, μόλις τ αγγίξεις χαλάνε’’,

του τόπε καθαρά,

‘’μούτρα-κούτελα’’

Ο χασάπης μου ξέρει

πως το κρέας σαν κιμάς φτουράει πιο πολύ…..

και μάλλον δεν χρειάστηκε ποτέ να το πει.

Εσυ είσαι θυμωμένη με το μισό :

Τη μισή μέρα, τη μισή λέξη

τη μισή αρρώστεια

τους μικρόσωμους σκύλους.

Κοιτάς αγριεμένα

Τον Γιώργο που ζει επαναληπτικά

-ο ‘’καραμπίνας’’ στις καβάτζες του-

τους χασάπηδες που έχουν χρήμα,

επιχειρηματικότητα.

Αυτούς που σου δίνουν την ηρεμία που ζητάς,

οι ανόητοι……χωρίς να καταλάβουν το ψεμματάκι σου.

14 χρόνια

Τα δυό σου χέρια πήρανε

βεργούλες και με δείρανε…

Ford fiesta, νυχτερινό δρομολόγιο

παραλαβή από το φροντιστήριο

και πίσω σπίτι…

και στη διαδρομή Βαμβακάρης και αγάπη.

Ακόμα δεν ξέρω πως τα καταφέραμε-

πώς γλύστρισε έτσι μες απ’ τα χέρια μας

ο χρόνος

και εκείνες οι πετονιές παραμένουν διπλωμένες

στην αποθήκη 14 χρόνια.

Δεν ξαναπήγα για ψάρεμα

φοβάμαι να στριφογυρίσω την πετονιά

και τον Βαμβακάρη φοβάμαι

έτσι όπως ξεπετάγεται από ανοιχτά ραδιόφωνα

ώρες νυχτερινές

και μιλάει για αυτές τις βεργούλες, – θυμάσαι ;-

μα δε βρίσκω πουθενά τα χέρια σου

και μένει το χάδι ορφανό και μετέωρο πάνω στα δικά μου

31/3/2012 Πολύεδρο – Ημέρες ποίησης: Γιάννης Βούλτος – Άννα Νιαράκη

ΠΟΛΥΕΔΡΟ γράμματα-τέχνες
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
 
Ημέρες ποίησης Γιάννης Βούλτος – Άννα Νιαράκη
 
Ο κύκλος Ημέρες ποίησης Ημέρες γνωριμίας με την πρόσφατη δημιουργία παλαιότερων και νεότερων ποιητών παρουσιάσεις, αναγνώσεις, σχόλια συνεχίζεται με αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βούλτο και την ποιήτρια Άννα Νιαράκη το Σάββατο 31 Μαρτίου, στη 1 το μεσημέρι.

υστερόγραφο

Εγώ λέω όλα για τα φράγκα

όλοι για τα φράγκα-στοπ.

Πάμε πάλι.

Όλοι για τη μόστρα

αποκηρρύσοντάς τη.

Και όχι δεν άνοιξα το λεξικό

ακόμα αποκηρρύσω ορθογραφημένα.

 

Πολιτική πράξη είναι να αφήνεις τη μόστρα

να πάει περίπατο κι όχι να καταθέτεις υστεροφημίες

στο Εγωστάσιο Ποίησης Α.Ε.

 

Όλοι αθώοι για το συμβάν. Δεν ήξεραν.

Μόνο περίμεναν εν αγνότητι.

 

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα.

Είναι υστερόγραφο για να μην ξεχάσω.

 

 

Δείπνο για έναν – Dîner pour un – Dinner for one

Βραδιάζει, από το παράθυρό μου

βλέπω την πόλη ν’ ανάβει τα φώτα.

Στο βάθος, η νύχτα σκουραίνει το φόντο

για ν’ ανάψουν ένα ένα

τα ασημένια κηροπήγια

της μνήμης.

 

Dîner pour un

Crépuscule,

 de ma fenêtre

 je vois la ville lumière les lampes.

 Au fond, la nuit assombrit l’arrière-plan

 pour qu’il s’allume une par une

 les chandeliers d’argent

 de la mémoire.

 

Dinner for one

It’s getting dark,

from my window

 I watch the city as it switches on the  lights

 

In the background, the night darkens the scenery

for memory’s silver candlesticks to be lit

one by one

Από μηχανής θεός – Deus ex machina

Από μηχανής θεός

Στο Louis

Έβαλα πλυντήριο χτες. Χωρίς πρόπλυση,

με ένα απορρυπαντικό που καθαρίζει στους 40 βαθμούς.

Και μετά έβαλα τα κλάματα.

Είχαμε απομείνει εγώ, το πλυντήριο, το ψυγείο, η τοστιέρα, η κουζίνα και το καλοριφέρ.

Ευτυχώς την ώρα που κορύφωναν οι λυγμοί και οι στροφές του πλυντηρίου

μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο ο γάτος μου και νιαουρίζοντας θυμωμένα,

μου είπε να σου πω ότι είσαι μεγάλη κουφάλα.

 

Deus ex machina

                                                                                    A Louis

 

J’ai mis à laver hier. Sans prélavage,

Avec un détergent qu’il nettoie à 40 degrés.

Et puis je me suis mise à pleurer.

Nous étions restés moi, la machine à laver, le réfrigérateur, le grille-pain, la cuisine et le radiateur.

Heureusement, tandis que les sanglots et la vitesse de la machine à laver culminaient,

Il est entré  par la fenêtre ouverte mon chat et miaulant en colère

il m’a dit de te dire que tu es un connard grand.

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων – L’état triste des humains – La triste ciudad de los humanos – The sad city of people

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων.

 

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων.

Των ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,

με τα χαμένα αισθήματα-

που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,

κάτω από δανεικές μοναξιές-αναζητώντας

το δεκανίκι της ύπαρξης.

Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου

Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου

Κι εγώ,

αναζητώ αστροπολιτείες

διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν

οι κεραίες μου,

ίδιες μ’ αυτές που οι φλέβες σου

υπαγορεύουν.

L’état triste des humains

 

L’état triste des humains

Des humains avec leurs sens perdu

avec des sentiments perdus

qui suffoquent sous des draps chair,
ci-dessous des solitudes empruntées – recherchant
la béquille de l’ existence
Je te veux, m’ont dit tes yeux
Je te veux, m’a dit ton corps

Et je,

je recherche états d’étoiles
différentes de celles que mes antennes

capturent
identiques à celles que tes veines
dictent.

La triste ciudad de los humanos

La triste ciudad de los humanos.

De los humanos de lógica perdida,

de sentimientos perdidos –

que asfixia bajo sábanas de carne,

bajo soledades prestadas– buscando

la muleta de la existencia.

Te deseo, me dijeron tus ojos

Te deseo, me dijo tu cuerpo

Y yo,

busco ciudades astrales

diferentes de las que mis antenas

detectan,

iguales que las que tus venas

indican.

Lampiri, 23-03-03  (Traducción en espagnol : Mario Dominguez Parra)

 

The sad city of people

The sad city of people.

Of people with their logic lost

with feelings lost-

suffocating beneath sheets of flesh,

beneath borrowed  solitudes- seeking for

the crutch of being.

I want you, your eyes told me
I want you, your body told me

And I,

I am looking for starcities

different from those that my antennas

capture,

identical with those that your veins
dictate.

Πεπατημένη

Στάθηκες κάποτε στη μέση της ερήμου.

Να αποφασίσεις έπρεπε

αν μοναχική θα ήταν η πορεία σου

και δοξασμένο το όνομά σου

ή αν φιλήσυχα θα ακολουθούσες

την πεπατημένη.

Ποιος ξέρει, ίσως να ήταν και ματαιοδοξία

κρυμμένη βαθειά μες στο κύτταρο σου,

η ανάγκη της ανθρωπιάς να αντισταθεί

στο έρεβος και τη λήθη.

Μα όποια φωνή κι αν άκουσες

-κάποιου θεού ή και τη δική σου-

στο δρόμο αντιλήφθηκες πως για να

χωρέσει τους πάντες η αγκαλιά σου

πάντα άδεια έπρεπε να μείνει από χάδι.

Και για να δοθείς στους πάντες απλόχερα

έπρεπε κανείς δικό του να μη σε έχει.

Ούτε πατέρας, ούτε αδέρφια, ούτε γυναίκα

ούτε παιδιά.

Μόνο η μάνα σου, για να μετράει τα καρφιά.

Κι εμείς που απομείναμε και ανασταίνουμε

κάθε χρόνο Τα πάθη σου.

Αυτά είναι που γιορτάζουμε, ούτε την αγάπη,

ούτε τα θαύματα.

Κάπου βαθειά η ανθρωπιά μας χαίρεται

που άλλος τη θυσίασε για να συγχωρεθούμε,

κι έτσι μπορούμε πιο ανάλαφρα να ακολουθούμε

τις πεπατημένες.

Μετά το πέρασμα

Εσύ επιστρέφεις στους ουρανούς

κι εμείς στη σάρκα μας.

πού είναι το αστείο;

Νεκροί, οδοντοστοιχίες τρένα

κοκκάλινοι σκελετοί γυαλιών ηλίου.

Μα κανείς δεν αντιλαμβάνεται το αστείο;

Πού είναι το αστείο;

Στο νεκροί. Είδατε- δεν συννενοούμαστε.

Παραληρηματικές αποφορές- εκφορές

ίσως και εκδορές.

Ναι ναι σίγουρα εκδορές

κορδόνια παπουτσιών και σύρματα

από αυτά που φτιάχνουν φράχτες.

Και σύρματα τηλεφώνου. Και συρμοί ηλεκτρικοί

και σώματα του συρμού. Και του χαμού.

Ω ναι. Του χαμού σίγουρα.

Γιατί δεν τελειώνει. Όχι δεν τελειώνει αυτό το βασανιστικό δρομολόγιο

των παπουτσιών. Με ή χωρίς κορδόνια.

Στάση. Πάμε πάλι.

Από την άλλη πλευρά.

Εκεί έχει δέντρα, πράσινα και ανθισμένα

Κι ένα σωρό κόσμο. Σε κίνηση. Συγκίνηση.

Σ ε  α ρ γ ή  κ ί νη ση

Γελάω. Γιατί;

Μην ασχολείστε. Δεν θα συννενοούμασταν έτσι κι αλλιώς.

Ξαναφοράω τα παπούτσια μου και δένω τα κορδόνια.

Ναι ναι αυτά, ξέρετε εσείς τώρα.

Τα είχα βγάλει στην προηγούμενη στάση.

Ήταν η στάση που κρεμιέμαι συνήθως από το φωταγωγό.

Μα τώρα το σκηνικό είναι όπεν, το γύρισμα εξωτερικό

και αυτός που πληκτρολογεί λέει να μου τη χαρίσει.

 

Μια βόλτα ακόμα. Μια ακόμα στάση.Πάμε πάλι.

Στροφή τώρα. Τέρμα και εκκίνηση;

Μα θα αστειεύεστε.

Δεν τελειώνει ποτέ

π ο τ έ

αυτό το δρομολόγιο των παπουτσιών.

Με ή χωρίς κορδόνια…

 

Μνήμονες – μέρος α΄/ στα άδυτα της μνήμης

O ανυπόταχτος επαναστάτης στριμωγμένος στο πίσω κελί του εγκεφάλου του ασήμαντου ανθρώπου με τον αριθμό 615523/7-32 δεν κοιμάται ποτέ. Δεμένος χειροπόδαρα, ξαπλωμένος ανάσκελα στο σιδερένιο κρεββάτι, δεν μιλά, δεν αντιδρά.     

            Μονάχα σκέφτεται. Τα μάτια του παραμένουν, πολλές μονάδες χρόνου τώρα, καρφωμένα στο λευκό ταβάνι. Και όμως η παράπλευρη σκέψη συνεχίζει να υπάρχει ακόμα κι όταν το μοναδικό ερέθισμα είναι ένα άθλιο λευκό ταβάνι. Ο ανυπόταχτος επαναστάτης αντιστέκεται στον ύπνο, αγωνιά και αγωνίζεται για την αδιάκοπη παραγωγή της παράπλευρης σκέψης. Δεν μισεί τον ασήμαντο άνθρωπο με τον αριθμό 615523/7-32 γιατί δεν τον θεωρεί υπεύθυνο για την φυλακή του. Δεν τον θεωρεί υπεύθυνο γιατί ο ασήμαντος άνθρωπος με τον αριθμό 615523/7-32 ΔΕΝ σκέφτεται. Ο ανυπόταχτος επαναστάτης σκέφτεται, κι αυτό τον καθιστά επικίνδυνο, ο ανυπόταχτος επαναστάτης έχει μνήμη. Ακόμα και σε καταστολή,  η μνήμη- των αισθημάτων, της μυρωδιάς της βροχής , του ήχου των κυμάτων- υπάρχει. Κι αυτό τον καθιστά επικίνδυνο. Ο ανυπόταχτος επαναστάτης ΑΓΑΠΑ  τον ασήμαντο άνθρωπο με τον αριθμό 615523/7-32. Κι αυτό τον καθιστά αναρχικό.

 

Αμέτρητες μονάδες χρόνου η παράπλευρη σκέψη παράγεται με ένα μόνο σκοπό. Να βρει ένα δρόμο διαφυγής από το πίσω κελί του εγκεφάλου του ασήμαντου ανθρώπου με τον αριθμό 615523/7-32 . Να βρει ένα νεύρο οδηγό και ακολουθώντας αντίστροφη πορεία να φτάσει επιτέλους στην καρδιά. Στον στόχο. Στο κέντρο της ουσίας του ασήμαντου ανθρώπου, του γραναζιού με το αριθμητικό όνομα, του αναλώσιμου εξαρτήματος της παραγωγικής μηχανής με το κωδικό όνομα: ΚΡΑΤΟΣ. Κι εκεί, η παράπλευρη σκέψη θα κάνει κατάληψη του άδειου κόκκινου κτιρίου και θα κηρύξει την επανάσταση. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή ο ανυπόταχτος επαναστάτης σκέφτεται πως η ανικανότητα να νιώθεις είναι χειρότερη κι από τη φυλακή.


Αυτήν ακριβώς τη στιγμή ο ασήμαντος άνθρωπος με τον κωδικό αριθμό 615523/7-32 προμηθεύεται την απαραίτητη έτοιμη σκέψη για τις επόμενες 100 μονάδες χρόνου από το αυτόματο μηχάνημα πώλησης της στο διάδρομο του κτιρίου. Ο μετρητής μονάδων χρόνου στον αριστερό καρπό τον ειδοποιεί ηχητικά ότι πρέπει να επιστρέψει στον τρίτο όροφο του κτιρίου, στον Δ  τομέα, στην αίθουσα 1127ΓΔ, στο δωμάτιο 4ε, στη θέση 18 όπου και θα παραμείνει εώς ότου συναρμολογήσει 4186 εξαρτήματα οπλοπολυβόλου Ω-481 στο περιθώριο των 100 μονάδων χρόνου.

Ύστερα, θα τραφεί στον 11ο όροφο, Φ τομέα, στην αίθουσα 2318ΥΦ, στο δωμάτιο 73δ, και στη συνέχεια θα αναπαυθεί στον 12ο όροφο, Ζ τομέα, στην αίθουσα 4612ΗΖ, δωμάτιο 17κ μέσα στο πλαίσιο των 55 μονάδων χρόνου. Και ο κύκλος αρχίζει ξανά ή πιο σωστά δεν τελειώνει ποτέ. (ποτέ = άπειρες μονάδες χρόνου, εφικτό).  

Και η πόρτα του λευκού κελιού ανοίγει. Μια νεαρή φιγούρα γλιστρά απ’ το άνοιγμα και μπαίνει. Στέκεται πάνω απ’ το σιδερένιο κρεββάτι και κοιτάζει τον ανυπόταχτο επαναστάτη στα μάτια.

-Ήρθε η ώρα.

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης σαστίζει καθώς εκείνη του λύνει τα χέρια και τα πόδια με γρήγορες κινήσεις.

- Με λένε Αντίδραση. Δεν έχω πολύ ώρα που ξύπνησα απ’ το λήθαργο. Μαζί μπορούμε και η στιγμή είναι τώρα. Ο ασήμαντος άνθρωπος με τον αριθμό 615523/7-32 θα κοιμάται για 35 μονάδες χρόνου ακόμα. Πρέπει να βιαστούμε.

Η πόρτα του λευκού κελιού κλείνει πίσω τους. Ο ανυπόταχτος επαναστάτης ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Σ’ αυτό το πετάρισμα των βλεφάρων περνούν από μπροστά του, σαν φιλμ ασπρόμαυρο, οι ώρες που πέρασε στη λευκή φυλακή του. Οι μνήμες- χρώματα, μυρωδιές, που τον συντρόφευαν, η αγωνία για δράση, η αβάσταχτη αναμονή για την στιγμή που όλα θα άρχιζαν. Ήταν σίγουρος πως θα ’ρθει. Και συνέχιζε να καταστρώνει πλάνα, να δουλεύει κάθε λεπτομέρεια, να προετοιμάζεται για το απρόβλεπτο. Έπρεπε να είναι όλα τέλεια όταν θα ερχόταν η στιγμή-και η στιγμή είχε έρθει.

Προχωρούν σιγά, με προφυλάξεις, σέρνονται στους διαδρόμους και κρατούν την ανάσα τους καθώς περνούν δίπλα απ’ τα νεύρα. Η παραμικρή απροσεξία θα ξυπνήσει τον ασήμαντο άνθρωπο και η αποστολή θα ματαιωθεί .Ο ανυπόταχτος επαναστάτης κοιτά την παράξενη φιγούρα- ελευθερωτή του. Αναρωτιέται, υπάρχουν κι άλλοι άραγε; Δεν είναι καιρός για απορίες, πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή του στο στόχο. Πλησιάζουν, η αδρεναλίνη χτυπά ρυθμικά στις φλέβες του. «Τι υπέροχο να νιώθεις ζωντανός», σκέφτεται. Σε λίγο φτάνουν έξω από το άδειο κόκκινο κτίριο. Στην είσοδο φρουροί: η Συνήθεια και ο Φόβος. Πρέπει να εξουδετερωθούν. Με αποφασιστικές κινήσεις ο ανυπόταχτος επαναστάτης και οι Αντίδραση ορμούν. Η πάλη είναι σώμα με σώμα.  Από τη μία το ένστικτο της συντήρησης, της δυναμικής της αδράνειας κι από την άλλη το ένστικτο της ελευθερίας, της δράσης, της επανάστασης.

Ξαφνικά, από το πουθενά εμφανίζονται η Δύναμη, η Σκέψη, το Συναίσθημα. Οι αντίπαλοι αιχμαλωτίζονται και οι σύντροφοι εισβάλλουν στο ερειπωμένο κόκκινο κτίριο. Έχουν μόλις 15 μονάδες για να καταστρώσουν και να εφαρμόσουν το σχέδιό τους.
[...]

Μνήμονες – μέρος α΄/ Ιβάν

Ο μετρητής μονάδων χρόνου στον αριστερό καρπό του ασήμαντου ανθρώπου τον ειδοποιεί ότι πρέπει να ξυπνήσει. Ανοίγει τα βλέφαρά του και μια κραυγή πνιχτή φεύγει απ’ τα χείλη του. Κοιτάζει γύρω του κι είναι σαν να βλέπει για πρώτη φορά αυτό το άθλιο γκρίζο δωμάτιο με τον αριθμό 17κ όπου για πολλές μονάδες χρόνου αναπαυόταν μόνος- εκτός βέβαια από την αναπαραγωγική περίοδο. Τότε ένα θηλυκό πλάσμα με αριθμητικό όνομα και συμβατά φυλετικά γονίδια έμενε μαζί του εκτελώντας μηχανικά τη γενετήσια πράξη. Αυτό γινόταν στις αρχές. Τώρα η αναπαραγωγή γίνεται εξ’ ολοκλήρου στο εργαστήριο. Το κεφάλι του ασήμαντου ανθρώπου πονάει φριχτά. «Τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν να μου δίνουν πίσω κάτι που μου έκλεψαν, τόσο παλιά . Νιώθω παράξενα, νιώθω…!ΝΙΩΘΩ;». Έντρομος ο ασήμαντος άνθρωπος βάζει το χέρι του στο μέρος της καρδιάς. Χτυπάει! Δάκρυα κυλούν από τα μάτια του. Πέφτει στο πάτωμα και το κορμί του κλυδωνίζεται από λυγμούς.  


Στον δεύτερο όροφο του ερειπωμένου κόκκινου κτιρίου η Δύναμη και η Σκέψη αποκαθιστούν τη λειτουργία των φλεβών και τον αρτηριών. Συναρμολογούν προσεκτικά τους ευαίσθητους «σωλήνες», τα διαφράγματα και τις αντλίες, τις  κοιλίες και τους κόλπους. Όλα είναι σκονισμένα, παλιά, χρόνια αχρησιμοποίητα.

-Θα λειτουργήσει άραγε ξανά; Ρωτά η Σκέψη.

-Πρέπει να έχουμε πίστη, απαντά η Δύναμη μελετώντας προσεκτικά τα παμπάλαια σχέδια λειτουργίας.

Η Αντίδραση μπαίνει κρατώντας στα χέρια της δύο βαλβίδες. Η Δύναμη τις παίρνει και τις τοποθετεί γρήγορα κι επιδέξια στη θέση τους. Τους μένουν μόνο 3 μονάδες χρόνου.

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης βγάζει από το λαιμό του ένα μεγάλο σκουριασμένο κλειδί. Τη στιγμή που θα κλείσει το κύκλωμα παροχής μηχανικής υποστήριξης η Δύναμη και η Σκέψη θα πρέπει ν’ ανοίξουν ταυτόχρονα τις δύο βαλβίδες. Το σχέδιο απαιτεί πλήρη συγχρονισμό. Αν κάτι δεν δουλέψει σωστά, αν κάτι δεν είναι στη θέση του, μιας ανάσας καθυστέρηση και το κτίριο θα τιναχτεί στον αέρα παρασέρνοντας στο θάνατο τον ασήμαντο άνθρωπο με το όνομα 615523/7-32 και μαζί την Ελπίδα για Επανάσταση.

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης βάζει το κλειδί στην υποδοχή. Η Δύναμη και η Σκέψη παίρνουν τις θέσεις τους δίπλα στις βαλβίδες. Το σύνθημα θα δοθεί από την Αντίδραση που στέκεται στη μέση του δωματίου. Στην πόρτα, το Συναίσθημα χαμογελάει. «Πόσες μονάδες χρόνου περίμενα» σκέφτεται ο ανυπόταχτος επαναστάτης κοιτώντας τα ιδρωμένα χέρια του. Μένει μονάχα μισή μονάδα χρόνου.

-Τώρα, ακούγεται  σκληρή η φωνή της Αντίδρασης…

Όταν συνέρχεται, ο μετρητής μονάδων χρόνου είναι κόκκινος που σημαίνει αδικαιολόγητη  απουσία από τα καθήκοντά του. Έχει καθυστερήσει 4 μονάδες χρόνου. Ντύνεται βιαστικά, αν τον εξετάσουν θα ανακαλύψουν τη λειτουργία της καρδιάς και θα τερματιστεί αμέσως. Στις 10  μονάδες καθυστέρησης ο μετρητής θα αρχίσει να του διαβιβάζει ρεύμα. Πρέπει να κάνει γρήγορα, αν είναι τυχερός θα τη γλιτώσει με πρόστιμο εργασίας 45 μονάδων χρόνου επιπλέον. Καθώς κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες για να φτάσει στον 3ο όροφο, σταματά μπροστά σε ένα αυτόματο  μηχάνημα πώλησης έτοιμης σκέψης. «Δεν μου χρειάζεται πια, όμως αν δεν το κάνω θα κινήσω υποψίες. Υπάρχουν κάμερες παντού. Πρέπει να είμαι προσεκτικός. Μετά τη δουλειά θα έχω χρόνο να σκεφτώ.» Αγοράζει σκέψη 145 μονάδων.

Στην είσοδο του Δ τομέα ο υπεύθυνος του κάνει παρατήρηση.

-Πρόστιμο 45 μονάδων.

Διασχίζει σκυφτός την αίθουσα 1127ΓΔ, μπαίνει στο δωμάτιο 4ε και κάθεται στη θέση 18, όπως πάντα. Μόνο που αυτή τη φορά ένα αχνό χαμόγελο τρεμοπαίζει στα χείλη του. «Τυχερός ήμουν», σκέφτεται κι αυτή σίγουρα δεν είναι έτοιμη σκέψη. Κοιτάζει ψηλά, την περιστρεφόμενη κάμερα. Τα χέρια του συναρμολογούν εξαρτήματα οπλοπολυβόλου τύπου Ω-481, και το μυαλό του συναρμολογεί πληροφορίες, σκέψεις και δεδομένα. Κατακλύζεται από εικόνες, μυρωδιές, πρόσωπα, τοπία, λέξεις. Από την ώρα που συνήλθε μια λέξη τριγυρνά συνεχώς στο νου. Την ακούει αχνά, από τα βάθη του χρόνου, τη νιώθει, την αισθάνεται σαν ήχο μα δεν μπορεί να την ξεχωρίσει. Η μνήμη συνέρχεται σιγά σιγά, με μικρά φλας, και τα δεδομένα της ζωής του αμοντάριστα πλάνα. Τα μάτια του κοιτάζουν στο κενό καθώς εκτελεί μηχανικά κινήσεις. «…βα.., όχι, όχι». Πρέπει να παραδώσει 5217 εξαρτήματα. «ιβα…». 145 ολόκληρες μονάδες χρόνου, γραπτή παρατήρηση στο φύλλο εργασίας. «ιβαν, ΙΒΑΝ».

Ιβάν, το όνομά του. Γυρίζει το βλέμμα στην περιστρεφόμενη κάμερα που αυτή τη στιγμή είναι στραμμένη προς το μέρος του.

” Βιντεοσκόπησε και τη σκέψη μου αν μπορείς, άθλιο μηχάνημα. ”

Η αντίστροφη μέτρηση μόλις άρχισε. Και συνεχίζει σκυφτός.

                     

             Η αποκατάσταση της αυτόνομης λειτουργίας στο κόκκινο κτίριο ήταν επιτυχής. Η γεννήτρια, αν και παλιά, αποδείχτηκε γερή. Οι σύντροφοι χαμογέλασαν ανακουφισμένοι. Δεν υπήρχε  καιρός για πανηγυρισμούς. Μια μάχη δεν κερδίζει τον πόλεμο. Με πλήρη συνείδηση, ανέλαβε ο καθένας το πόστο του .Έπρεπε να δουλέψουν σκληρά, να συνεργαστούν για να βοηθήσουν τον ασήμαντο άνθρωπο με τον αριθμό 615523/7-32. Μάλιστα, ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν πια ασήμαντος, είχε όνομα- κι έπρεπε να το θυμηθεί. Τον έλεγαν Ιβάν.

Όλοι μαζί, ο ανυπόταχτος επαναστάτης, ο κύριος υπεύθυνος για την παραγωγή της παράπλευρης σκέψης, η Αντίδραση, η μυστηριώδης σωτήρας, και οι από μηχανής θεού σύντροφοι, η Δύναμη, η Σκέψη και το Συναίσθημα, έπρεπε να δράσουν για την αποκατάσταση της μνήμης. Αυτή ήταν η αποστολή τους. Η ένωση των κομματιών ενός πολύπλοκου παζλ. Έπρεπε να περάσουν μέσα από δρόμους συνειρμών, ν’ αντιστοιχίσουν μυρωδιές, ήχους, χρώματα, λέξεις, έννοιες, πρόσωπα, εικόνες, μέρη ανάμεσα στο πριν, το μετά και το τώρα.

Αυτό ήταν απαραίτητο προκειμένου ο Ιβάν να αποκτήσει συνείδηση, να αποκτήσει ταυτότητα της ύπαρξής του. Δεν ήταν εξάρτημα, ήταν Άνθρωπος. Και σ’ αυτή τη δύσκολη αποστολή οι σύντροφοι δεν ήταν μόνοι. Είχαν για οδηγό το Ένστικτο.

Η επαναφορά, ταξινόμηση και λειτουργική αποκατάσταση της μνήμης ήταν μόνο η αρχή. Η βάση πάνω στην οποία ο Ιβάν θα στήριζε το Όραμα. Και το Όραμα ήταν η Ελευθερία. Όχι μια άγνωστη λέξη 9 γραμμάτων, αλλά μια λέξη μαγική γεμάτη ουσία, μεστή εννοιών. Μια λέξη ψυχής. Κι ο Ιβάν ήθελε πίσω την ψυχή του.

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης εμψύχωνε τους συντρόφους του. Το Όραμα υπήρχε, κρυμμένο μέσα στη μνήμη των κυττάρων, και περίμενε την υλοποίησή του. Η επανάσταση είχε πολύ δρόμο ακόμα κι έπρεπε να είναι προσεκτικοί, να τα κάνουν όλα σωστά γιατί δεύτερη ευκαιρία δεν υπήρχε…

Κι ο Ιβάν έπρεπε να θυμηθεί.

Μνήμονες – μέρος α΄/ Ελευθερία

Μόνος, στο δωμάτιο 17κ της αίθουσας 4612ΗΖ, του Ζ τομέα στον 12ο όροφο του κτιρίου Ω της παραγωγικής μηχανής με το κωδικό όνομα: ΚΡΑΤΟΣ, ο Ιβάν, ξαπλωμένος στο σιδερένιο κρεββάτι, κρατά τα μάτια του ανοιχτά.  Σκοτάδι και ησυχία.

Μια πλημμύρα εικόνων κατακλύζει το μυαλό του. Ένα μικρό ξανθό παιδί που κάνει ποδήλατο, μπάνιο στη θάλασσα, πολλά παιδιά μαζί κλωτσούν μια μπάλα. Φαγητό σε στρογγυλό τραπέζι, πρόσωπα  που χαμογελούν, ηλιοβασίλεμα, βιβλία με ιστορίες, μουσική, χορός, βόλτες με αυτοκίνητο, κοπάνες απ’ το σχολείο, έρωτας, φίλοι, οικογένεια, σπίτι, θάνατος μητέρας, γάμος αδελφής, εκκλησία, θρησκεία, φτώχια, δουλειά, εκμετάλλευση, απόλυση, ανεργία, νέα τάξη πραγμάτων, οικονομική  εξαθλίωση, μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα, απεργίες, διαδηλώσεις, ταραχές, καταλήψεις,  συγκρούσεις, βία, καταστολή, καπιταλιστικός θρίαμβος, νέα οικονομική πολιτική, φυλακίσεις, υποχρεωτική στρατολόγηση, λιποταξία, αιχμαλωσία, εχθρός του κράτους, εξορία, μεγάλα λευκά κτίρια, άνθρωποι με λευκές μπλούζες, ένεση, ζαλάδα, τελευταία εικόνα:χιλιάδες στην ουρά, σκοτάδι, κενό, απώλεια μνήμης, αδυναμία σκέψης, αύξηση παραγωγικότητας, το τέλειο γρανάζι.

Σφίγγει τις γροθιές του να μην ουρλιάξει, θυμός, οργή, αγανάκτηση. Τώρα καταλαβαίνει, τώρα συνειδητοποιεί. Οι εχθροί του κράτους βαφτίστηκαν εχθροί του ανθρώπου. Κυνηγήθηκαν, φυλακίστηκαν και σωφρονίστηκαν. Με τη βοήθεια της επιστήμης τους αφαιρέθηκε η μνήμη, η σκέψη, η βούληση. Έγιναν πιόνια του συστήματος. Η Απειλή έγινε καύσιμο του κράτους. Συναρμολογούν όπλα που σκοτώνουν τους κυνηγημένους, που σκοτώνουν τους συντρόφους που αντιστέκονται ακόμα.

«Συναρμολογώ όπλα, άρα υπάρχουν ακόμα ¨εχθροί¨ που πρέπει να αφανιστούν, υπάρχουν ακόμα ανυπόταχτοι», σκέφτεται.

«Ήρθε η ώρα της δράσης, κάποιος τρόπος θα υπάρχει. Υπάρχει ακόμα ελπίδα».

Κλείνει τα μάτια του κι ένας κόμπος ανεβαίνει απ’ τα σωθικά του και λύνεται στα χείλη σαν λυγμός πνιχτός.  «Ελευθερία…».            

 

 Ο ανυπότακτος επαναστάτης και οι σύντροφοι δούλευαν ασταμάτητα. Η λειτουργία της μνήμης είχε αποκατασταθεί 100%. Στο τραπέζι έπεφταν ιδέες για το επόμενο βήμα. Η σύλληψη του σχεδίου δράσης ήταν δύσκολη υπόθεση. Μια καινούρια πρόκληση, μια καινούρια μάχη. Υπήρχαν κι άλλοι σαν τον Ιβάν . Έπρεπε να υπάρχουν. Πώς όμως θα έβρισκε ο ένας τον άλλο; Αν ο Ιβάν μιλούσε σε κάποιον ανέτοιμο οι κίνδυνοι ήταν πολλοί. Μπορεί να το θεωρούσαν παρενόχληση και να τον τιμωρούσαν με απομόνωση. Ή ακόμα και να τον υπέβαλλαν σε καινούρια λοβοτομή. Χρειαζόταν προσοχή. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε να έρθουν σε επαφή οι Μνήμονες χωρίς να κινήσουν υποψίες. Αν, όπως υπολόγιζαν οι σύντροφοι, υπήρχαν κι άλλοι, σίγουρα θα έψαχναν κι εκείνοι τρόπο επικοινωνίας. Από αυτή τη σκέψη κρατήθηκε η Αντίδραση και είπε:

-Αν ο Ιβάν φέρει ένα σημάδι,  εύκολα αναγνωρίσιμο από τους Μνήμονες, τότε θα βρουν εκείνοι τρόπο να τον προσεγγίσουν. Γιατί θα ξέρουν ότι είναι ένας απ’ αυτούς.

-Πολύ καλή ιδέα, απάντησε η Σκέψη. Πρέπει, συνέχισε, να είναι ένα σημάδι που δεν θα κινήσει υποψίες στους επιτηρητές, δεν θα τραβά τα βλέμματα, και παρ’ όλ’ αυτά, δεν θ’ αφήνει καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη μνήμης, σ’ όποιον σύντροφο το δει.

-Ίσως ένα σύμβολο, ένα σημάδι από κώδικα παλιό, πρότεινε η Δύναμη.

-Το γράμμα Ε, ακούστηκε η φωνή του ανυπόταχτου επαναστάτη. Όπως Ελευθερία, όπως Επανάσταση. Το μυστικό σύμβολο της μύησης στον αγώνα. Όποιος διαθέτει μνήμη θα έχει και τη γνώση. Για τους υπόλοιπους θα είναι απλά ένα γράμμα.

Πώς όμως ο Ιβάν θα το έφερε επάνω του, θα το έκρυβε από τα μάτια των επιτηρητών ενώ παράλληλα θα το άφηνε στη θέα των υπολοίπων, χωρίς να δώσει στόχο; Πώς, αφού όλοι φορούσαν την ίδια γκρι φόρμα εργασίας με τον διακριτικό αριθμό όνομα του καθενός και τα προσωπικά αντικείμενα απαγορεύονταν;

Η λύση δόθηκε από το Συναίσθημα, μερικές μονάδες χρόνου αργότερα, λίγο πριν ο μετρητής στον αριστερό καρπό του Ιβάν ηχήσει για εγερτήριο.


Ο Ιβάν σκυφτός στη συνηθισμένη του θέση συναρμολογεί εξαρτήματα οπλοπολυβόλου τύπου Ω-481. Από την ώρα που ο μετρητής στον αριστερό καρπό του ήχησε για εγερτήριο, μία σκέψη στροβιλίζεται στο μυαλό του, κι αυτή δεν είναι σίγουρα από το πακέτο των έτοιμων σκέψεων που προμηθεύτηκε από το μηχάνημα, 80 μονάδες χρόνου νωρίτερα. Έχει συναρμολογήσει 3140 εξαρτήματα, 1046 ακόμα και τελείωσε η βάρδια. Πέντε μονάδες χρόνου αργότερα ο Ιβάν κόβει ένα λεπτό συρματάκι του εξαρτήματος- εκμεταλλευόμενος τη στροφή της κάμερας- και πατά το κόκκινο κουμπί.

Ο υπεύθυνος εμφανίζεται μπροστά του .

-Τι συμβαίνει;

-Ελαττωματικό εξάρτημα. Αιτούμαι αντικατάσταση.

Ο υπεύθυνος επιθεωρεί το εξάρτημα, το παίρνει και επιστρέφει  λίγο αργότερα με ένα καινούριο.

-Συνέχισε.

Κι ο Ιβάν συνεχίζει.

 

Στον 11ο όροφο, Φ τομέα, αίθουσα 2318ΥΦ, δωμάτιο 73δ ο Ιβάν, ο ασήμαντος άνθρωπος με τον κωδικό αριθμό 615523/7-32 τρέφεται αφού έχει τελειώσει την βάρδιά του. Ίσως για πρώτη φορά ο Ιβάν δεν τρώει σκυφτός αλλά κοιτάζει γύρω του, όλα αυτά τα πρόσωπα που συγκατοικούν μαζί του μέσα σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο. Το κτίριο Ω. Φαίνονται άχρωμοι, μέσα στις άθλιες γκρίζες φόρμες εργασίας, μια προέκταση του τσιμέντου με χέρια και πόδια, γρανάζια σε μια μηχανή θανάτου. Μέσα του τρέμει από οργή και φόβο, ξεχειλίζει από συμπόνοια και συμπάθεια για όλα αυτά τα κουρασμένα ανθρώπινα κορμιά, τα στερημένα από μνήμη, τα στερημένα από ζωή. Τη ζωή τους.

Καθώς τρώει σχεδόν βιαστικά, αναρωτιέται πόσοι γύρω του είναι σαν κι αυτόν. Έχουν τη μνήμη τους. «Από αύριο (αύριο;;)  ίσως να ξέρω» σκέφτεται καθώς ανεβαίνει τις σκάλες για να βρεθεί στον 12ο όροφο, Ζ τομέα, αίθουσα 4612 ΗΖ, δωμάτιο 17κ. Ουφ! Στο δωμάτιό του επιτέλους.

Ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεββάτι του ο Ιβάν σφίγγει στη γροθιά του το μικρό συρματάκι του εξαρτήματος που είχε κρύψει στο μανίκι του. Σκεπάζεται με την γκρίζα κουβέρτα του και με χέρι σταθερό χαράζει βαθειά στο μέτωπό του με το σύρμα το γράμμα Ε. Σηκώνεται, χτυπά με βία το κεφάλι του στο σιδερένιο κεφαλάρι του κρεββατιού και πατά το πράσινο κουμπί.  Λιποθυμά.

 

 Τον ξυπνούν οι γιατροί του τομέα. Έχει μεταφερθεί στον 2ο όροφο. Έπεσε στον ύπνο του και χτύπησε το κεφάλι του, εξηγεί. Οι γιατροί τον ησυχάζουν, συμβαίνουν αυτά, τον συγχαίρουν για την ετοιμότητά του να πατήσει το πράσινο κουμπί του συναγερμού μες στο σκοτάδι. Δεν είναι σοβαρό το τραύμα, του εξηγούν, 8 ράμματα, θα μείνει σημάδι βέβαια. 400 μονάδες χρόνου ανάπαυση. Ο Ιβάν ευχαριστεί ταπεινά. Ακουμπά το μέτωπό του. Πονάει. Πονάει κι ίσως ποτέ δεν χάρηκε τόσο πολύ με τον πόνο. Όταν οι γιατροί φεύγουν, ο Ιβάν σηκώνεται. Στον καθρέπτη της τουαλέτας βλέπει το μέτωπό του σημαδεμένο με 8 ράμματα. 8 ράμματα σε σχήμα Ε. «Θα μείνει σημάδι, βέβαια». Χαμογελά, κι η καρδιά του χτυπά πιο γρήγορα τώρα. Πιο δυνατά, πιο σίγουρα. Κανείς δεν σκέφτηκε να του κάνει καρδιογράφημα, ίσως μάλιστα η εξέταση αυτή να έχει διαγραφεί, να έχει πια φιλολογική αξία. Ποιος έχει καρδιά εδώ μέσα; Ποιος;

         Το αναρρωτήριο δεν είναι γκρίζο, είναι λευκό. Μια τεράστια αίθουσα στον 2ο όροφο με μικρά δωμάτια, σαν τα ησυχαστήρια, μόνο που τα δωμάτια εδώ δεν είναι ατομικά. Στο δωμάτιο του Ιβάν υπάρχουν 8 κρεββάτια, τα δύο άδεια. Οι υπόλοιποι 5 κοιμούνται. Έξω από την πόρτα ο επιτηρητής φροντίζει για την ησυχία. Στο λευκό ταβάνι 4 κάμερες καταγράφουν τις κινήσεις των αρρώστων. Πρέπει να είναι φρόνιμος. Έτσι κι αλλιώς, τώρα πρέπει μόνο να περιμένει. Δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό. Πρέπει να περιμένει. Ένα νόημα, ένα βλέμμα, μία κίνηση.

Η αγωνία, η αναμονή κι ο πόνος τον εξαντλούν. Θα αποκοιμηθεί μισογερμένος στο κρεββάτι του.

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης και οι σύντροφοί του σχεδίαζαν το επόμενο βήμα. Την αντίδραση του Ιβάν στο πλησίασμα κάποιου Μνήμονα, εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης σε περίπτωση που το σημάδι δεν είχε αποτέλεσμα, πιθανές λύσεις αν οι επιτηρητές καταλάβαιναν κάτι. Όλοι συμφώνησαν πως ο Ιβάν θα έπρεπε να κάνει υπομονή. Το σημάδι του ήταν εμφανές και αναγνωρίσιμο. Οι ευκαιρίες συγχρωτισμού ήταν συγκεκριμένες, η ώρα της σίτισης, της εργασίας, της προμήθευσης έτοιμης σκέψης από τα μηχανήματα, τα κοινά λουτρά και ο προαυλισμός μία φορά κάθε 250 μονάδες χρόνου για 50 μονάδες χρόνου.

Τώρα όμως, και για τις επόμενες 400 μονάδες χρόνου ο Ιβάν θα αναπαύεται στο αναρρωτήριο. Ίσως η καλύτερη δυνατή αρχή. Στο αναρρωτήριο η επιτήρηση δεν είναι τόσο αυστηρή, επιτρέπονται οι συζητήσεις ανάμεσα στους ασθενείς-κάτω από το άγρυπνο μάτι της κάμερας, πάντα-και βέβαια το γεγονός ότι στο ίδιο δωμάτιο υπάρχουν άλλοι 5 κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Ίσως ανάμεσα τους να υπάρχει κάποιος Μνήμων…Αλλά και αν όχι, ο Ιβάν δεν πρέπει να απογοητευτεί. Μέσα στο κτίριο υπάρχουν αμέτρητα γρανάζια, αμέτρητοι ασήμαντοι άνθρωποι. Ο στόχος είναι να βρει τους σημαντικούς.

Και το ταξίδι της αναζήτησης ξεκινά. Με μια γλυκειά Αίσθηση υπερέντασης, με το ξύπνημα μιας Δύναμης λανθάνουσας που ωθεί τη Δράση στο ζευγάρωμα με την Αντίδραση, με την ανατολή μιας Σκέψης με ρίζες προαιώνιες και την ανάσταση του Ενστίκτου.

Και το ταξίδι της αναζήτησης ξεκινά. Με το όραμα της συλλογικής ένωσης όλων των κομματιών κάτω από το μανδύα της υπέρτατης Ιδέας. Επ-ανάσταση, Νεκρ-ανάσταση.

Ελευθερία…

Μνήμονες – μέρος α΄/ στο αναρρωτήριο

Ανοίγει τα μάτια. Όλα γύρω λευκά. Ο μετρητής μονάδων στον αριστερό του καρπό δεν ήχησε σήμερα. Σήμερα !! Όλα λευκά, σαν τα σύννεφα στον ουρανό που χάζευε με τις ώρες όταν ήταν παιδί. Σαν τον αφρό, στην άκρη-άκρη των κυμμάτων την ώρα που σκάνε με δύναμη στην ακτή και διαλύονται για να επανέλθουν πιο ενωμένα, πιο δυνατά. Σαν το φόρεμά της.  Εκείνο με το κόκκινο τριαντάφυλλο στο μπούστο που είχε φθαρεί από τον καιρό κι έμοιαζε να μαραίνεται όλο και πιο πολύ κάθε φορά που το φορούσε. Η καρδιά του χτυπούσε αργά, μελαγχολικά. Πώς μπόρεσαν; Να στερήσουν και να στερηθούν την Αγάπη. Η περιπλάνηση στους λαβυρίνθους της ανάμνησης τον πλημμύρισε με μια πνιχτή αίσθηση ζάλης. Ο πόνος, τα φάρμακα τον έκαναν να θέλει να μείνει εκεί, να κλείσει τα μάτια και όταν τα ανοίξει ξανά ο εφιάλτης να έχει ξορκιστεί. Να τη δει πλάι του να κοιμάται ήσυχη στο δικό της ονειρικό ταξίδι, να κρυφτεί μέσα στα μαλλιά της και να ανασάνει με λύσσα αυτή τη μυρωδιά που του λύνει τους αρμούς, τον υπνωτίζει, τον κάνει να νιώθει δυνατό, ζωντανό, ευτυχισμένο. Τη δική της μυρωδιά. Κι όταν ξημερώσει, κι εκείνη ανοίξει τα μάτια της νωχελικά, να απολαύσει τη δική του ανατολή.

Μα εκείνη δεν είναι παρά μια κλειδωμένη αίσθηση, μια θολή φιγούρα στο βάθος της γραμμής, εκεί που τα όρια κι ο χρόνος μπλέκονται, εκεί που το εικονικό αγκαλιάζει το πραγματικό, κι όλα μαζί, αξεδιάλυτο κουβάρι μοιάζουν με μαύρη κουκκίδα στο σύμπαν.   

Τώρα είναι εδώ. Στο λευκό αναρρωτήριο, με 5 ζευγάρια μάτια να τον περιεργάζονται. Τώρα είναι εδώ, κι έχει συνείδηση. Δεν είναι πια ο Ιβάν, όχι, είναι ο ιερέας της Αφύπνισης. Και με αυτή τη σκέψη χαμογελά ασυναίσθητα. Ευτυχώς, μαζί με όλα τα άλλα, ξαναβρίσκει και το χιούμορ του.

Παρατηρεί με μισόκλειστα μάτια τους ασθενείς του δωματίου του. Αυτός που κάθεται στο διπλανό κρεββάτι είναι μέτριος στο ύψος με πυκνά μαύρα κατσαρά μαλλιά που στεφανώνουν το αδύνατο πρόσωπό του με έναν κωμικό τρόπο. Μάλλον μόλις σηκώθηκε από τον ύπνο του. Δύο κρεββάτια πιο μακρυά, ένας μεγαλόσωμος άντρας με σκληρά χαρακτηριστικά παίζει με μια μύγα που έχει φυλακίσει μέσα σε ένα μπουκάλι. Στην άλλη άκρη του δωματίου δύο αδύνατοι άντρες μεγαλύτερης ηλικίας συζητούν χαμηλόφωνα.

Απέναντί του, στα τρία μέτρα, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου με την πλάτη να ακουμπά ράθυμα στο τζάμι, ένας νεαρός με δεμένο καρπό τον κοιτάζει επίμονα κι ερευνητικά. Η ένταση στο βλέμμα αυτού του νεαρού προκαλεί στον Ιβάν αμηχανία. Με νευρικές κινήσεις τραβά τα σκεπάσματά του στην άκρη και κάθεται στην άκρη του κρεββατιού αντικριστά σχεδόν στον άρρωστο νούμερο 5.  

Καθώς τα βλέμματά τους διασταυρώνονται ο Ιβάν νιώθει μια παράξενη έξαψη. Κοιτάζονται σιωπηλά, σαν να ζυγίζουν τις δυνάμεις τους, σαν να προσπαθούν να αποσπάσουν ο ένας από τον άλλο ένα πολύτιμο μυστικό. Τα μάτια τους φλέγονται, προτάσσουν απροκάλυπτα την απελπισμένη ανάγκη για επικοινωνία. Οι λέξεις ξαφνικά περισσεύουν ανάμεσα στον άρρωστο νο5 και τον άρρωστο νο6. Μέσα σε ένα κλάσμα του χρόνου η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη. Το Ένστικτο είχε αναλάβει Δράση.

Όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω του. Πρώτος άρχισε να μιλά ένας αδύνατος άντρας με αραιά γκριζοκάστανα μαλλιά  αρκετά μεγαλύτερος των υπολοίπων. Ο άρρωστος νο1. Τον ρώτησε πώς συνέβη το ατύχημά του. Ο Ιβάν απάντησε με σταθερή φωνή εξηγώντας ότι χτύπησε στον ύπνο του. Συνέχισε ρωτώντας τον σε ποιο πόστο απασχολείται και πριν προλάβει ο Ιβάν να απαντήσει εκείνος ξεκίνησε να εξηγεί πως τραυματίστηκε την ώρα της δουλειάς, όταν ένα βλήμα αντιαεροπορικό έσκασε δίπλα του, πιθανόν λόγω κακής συναρμολόγησης, και χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα καρφώθηκαν στο κορμί του. Θα τον είχαν τερματίσει όμως εκείνος ο γιατρός με τα γαλάζια μάτια τον ζήτησε για να εφαρμόσει μια καινούρια τεχνική κι έτσι η αναλώσιμη ζωή του πήρε παράταση.

-Περίεργος ο γιατρός, ακούστηκε μια βραχνή φωνή. Ερχόταν από τον μεγαλόσωμο άντρα που λίγα λεπτά νωρίτερα έπαιζε με μια μύγα. Ο Ιβάν σκέφτηκε τι να απέγινε η κακότυχη μύγα. Ο τύπος αυτός ήταν χειροδύναμος, επιβλητικός. Λίγο μεγαλύτερος από τον Ιβάν, με ίσια καστανά μαλλιά, σκληρά χαρακτηριστικά κι ένα βλέμμα αδιόρατα ψυχρό. Στο τσεπάκι της λευκής ρόμπας που φορούσαν όλοι οι ασθενείς ο Ιβάν διάβασε :νο3. Είχε ήδη 200 μονάδες χρόνου στο αναρρωτήριο. Δούλευε στο σιδηρουργείο όταν το καυτό σίδερο με το οποίο μάρκαρε τους όλμους με τους κωδικούς  αριθμούς του γλίστρησε από το χέρι και του έκαψε το μηρό.

-Σημαδεύτηκα, σχολίασε, είμαι ο όλμος Ε2ΑΟΕ4Α5 και χωρίς να κοιτάξει ούτε μία φορά προς το μέρος του Ιβάν, αποχώρησε από το δωμάτιο.

Ο Ιβάν αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα να βαραίνει. Τι κι αν ο μεγαλόσωμος άντρας είχε μόλις διασχίσει την πόρτα του δωματίου, η βαριά αίσθηση της παρουσίας του πλανιόταν ακόμα ανάμεσά τους. Δεν ήταν μόνο η ογκώδης κατασκευή και το επιβλητικό παράστημά του, ο ψυχρός τόνος στη φωνή και το απόκοσμο βλέμμα του που σε έκαναν να νιώθεις άβολα. Η αύρα αυτού του ανθρώπου σε υπέβαλλε καθολικά, σε υπότασσε σχεδόν υπνωτικά χωρίς να μπορείς να εξηγήσεις το γιατί, ακόμα κι όταν το μυαλό σου δεν δούλευε χρησιμοποιώντας πακέτο έτοιμης σκέψης.

 Τα δευτερόλεπτα σιωπής που μεσολάβησαν τερματίστηκαν από τον ήχο μιας φωνής αδύναμης, μακρινής, άτολμης. Ο Ιβάν έστρεψε το βλέμμα χωρίς να μπορεί να διακρίνει την πηγή του τρεμάμενου ήχου που προσπαθούσε να ακουστεί αρθρώνοντας λόγια ανθρώπινα. Πλάι του, καθισμένο στη μέση του κρεββατιού είδε το αδύνατο πρόσωπο με τα μαύρα κατσαρά μαλλιά και την κάπως κωμική και συνάμα τραγική έκφραση. Το σαγόνι του έκανε ανεπαίσθητες κινήσεις, τα μάτια του κοίταζαν το λευκό πάτωμα και τα χέρια του επαναλάμβαναν μηχανικά μια μονότονη νευρική κίνηση. Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν ο Ιβάν συνειδητοποίησε πως η φωνή ερχόταν από δίπλα του, από τον άρρωστο νούμερο 4. Είχε γλιστρήσει στον χώρο των λουτρών και είχε σπάσει το χέρι του. Ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο κατάλαβε ο Ιβάν, μετά από προσπάθεια. Η φωνή σίγησε, έσβησε τρεμάμενη και κρύφτηκε κουλουριασμένη στην κρυψώνα της κάπου στο βάθος του λαιμού του αρρώστου νούμερο 4. Τα χέρια σταμάτησαν το νευρικό μονότονο χορό τους και κρεμάστηκαν αργά στο πλάι. Το σώμα έγειρε σιγά και παραδομένο στη βαρύτητα ακούμπησε μαλακά στο στρώμα παρασέρνοντας το βλέμμα σε τροχιά από το λευκό πάτωμα ως το λευκό ταβάνι. Τέλος. Μόνο δυο τούφες από τα μαύρα κατσαρά του μαλλιά ξεπρόβαλλαν ατίθασες, δύο νότες  παραφωνίας σε μια, κατά τα άλλα, τέλεια συμφωνία παράδοσης.

Τελευταίος πήρε το λόγο ο άρρωστος νούμερο 2. Ένας άντρας κανονικός στο ύψος, μεγαλύτερος του Ιβάν αρκετά χρόνια (χρόνια!!!!), αδύνατος με ξανθά μαλλιά, σκούρα πράσινα σπινθηροβόλα μάτια και κινήσεις σβέλτες που πρόδιδαν ζωντάνια κι ενεργητικότητα εφήβου. Ξεκίνησε να μιλά χαμογελώντας με φωνή βαθιά, ζεστή, χειρονομώντας σαν παιδί που πασχίζει να εξηγήσει και το λεξιλόγιό του δεν φτάνει, κι όλο το κορμί συμμετέχει, καλύπτοντας τα κενά που αφήνει πίσω η γλώσσα, χρωματίζοντας τις λέξεις με έναν ανθρώπινο χαρακτηριστικό τόνο. Κοιτούσε τον Ιβάν στα μάτια και του εξιστορούσε πως ο τόρνος στα εργαστήρια κοπής μετάλλων, όπου ήταν υπεύθυνος, σε μια στιγμή απροσεξίας του έκοψε τον αντίχειρα του αριστερού χεριού. Τέντωσε τα χέρια του και κοιτάζοντάς τα, είπε:

-Τώρα είναι εννέα, εννέα σαν τα γράμματα, και με βλέμμα σκοτεινό σαν φθινοπωρινό σύννεφο κοίταξε τον Ιβάν ίσια μες στα μάτια, μες στην ψυχή, στο κέντρο. Ίσια, μέχρι την καρδιά.

Το κουδούνι ήχησε ξερό, αντήχησε στους λευκούς τοίχους, στα λευκά πατώματα, ειδοποιώντας τους αρρώστους ότι ήταν ώρα για την υποχρεωτική ανάπαυση 30 μονάδων. Όλοι ξάπλωσαν υπάκουα, μηχανικά στα κρεββάτια τους, τα φώτα χαμήλωσαν, τα μάτια έκλεισαν κι οι άρρωστοι βυθίστηκαν άλλοι στην αγκαλιά του Μορφέα κι άλλοι στις σκέψεις τους.

Μνήμονες – τέλος α΄μέρους

Ο ανυπόταχτος επαναστάτης και οι σύντροφοί του εργάζονταν πυρετωδώς. Το Ένστικτο είχε αναλάβει την πλοήγηση των συνειρμών, την βάση πάνω στην οποία οι σύντροφοι θα αποκωδικοποιούσαν τις λέξεις, τις φράσεις, τις εκφράσεις, τους μορφασμούς, τις χειρονομίες, το βλέμμα, τις αποχρώσεις της φωνής, τον τόνο ομιλίας των  5 συνασθενών του Ιβάν.  Η επισήμανση της λεπτομέρειας, η εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων, η ερμηνεία των 5 ιστοριών και η απόφαση ήταν μια σκληρή διαδικασία. Κι έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε 30 μονάδες χρόνου. Οι σύντροφοι έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό, μια έξαψη είχε ξεπηδήσει, μαζί με την ελπίδα, που έλουζε τα πρόσωπά τους με ιδρώτα. Η εγρήγορση φόρτιζε την ατμόσφαιρα με μια δριμεία μυρωδιά αδρεναλίνης. Ο ανυπόταχτος επαναστάτης, ο κύριος υπεύθυνος για την παραγωγή της παράπλευρης σκέψης, σκυμμένος πάνω από τις σημειώσεις του, ένιωθε να φλέγεται στη σκέψη ότι το σχέδιο προχωρούσε καλά κι έδινε κουράγιο στους συντρόφους, που συνέχιζαν ασταμάτητα την Προσπάθεια.

  Στριφογυρνούσε συνέχεια κάτω από τα σκεπάσματά του. Το κεφάλι του πονούσε φριχτά. Έκλεινε τα μάτια μα μόλις έπαιρνε ν’ αποκοιμηθεί φωνές δυνατές στρίγκλιζαν στ’ αυτιά του.

«Σημαδεύτηκα, είμαι ο όλμος Ε2Α0Ε4Α5….ο όλμος Ε2Α0Ε4Α5……. Ε2Α0Ε4Α5 ».

«…εννέα, εννέα σαν τα γράμματα…… σαν τα γράμματα….εννέα».

Άνοιγε τα μάτια του, και μες στο σκοτάδι έβλεπε το νεαρό με το φλογισμένο βλέμμα να τον κοιτά επίμονα, δεν μπορούσε να ξεφύγει, αυτό το βλέμμα τον ακολουθούσε, το ένιωθε καρφωμένο πάνω του, γυρνούσε από την άλλη πλευρά και ξανάκλεινε τα μάτια. Ήταν μύγα τώρα, μέσα σ’ ένα μπουκάλι. Πετούσε μάταια μέσα στη γυάλινη φυλακή, η μόνη διέξοδος ήταν κλειστή. Ένας γίγαντας κρατούσε το μπουκάλι, κρατούσε την τύχη του. Κι όλο και λιγόστευε ο αέρας..

Άνοιξε τα μάτια, τα στύλωσε προς το ταβάνι και προσπάθησε να ρυθμίσει την ανάσα του. Είχε ιδρώσει, πνιγόταν. Οι φλέβες στα μηλίγγια του είχαν φουσκώσει. Ένα παραισθητικό συναίσθημα τον κατέκλυσε. Ίσως το χτύπημα να ήταν πολύ δυνατό. Ο πονοκέφαλος έκανε τα πάντα να μοιάζουν θολά, το πνεύμα παραδόθηκε στη ζάλη κι Ιβάν φορώντας μαύρα ρούχα άνοιξε μια μεγάλη πράσινη πόρτα, στο υποσυνείδητο.


Εκπτώσεις αξιών, εκπτώσεις αγγέλων, πτώσεις από ψηλά παράθυρα, κενός χώρος, κενός χρόνος, συναισθηματικό κενό, κενό μυαλό, απροσάρμοστες ιδέες, συμπαθητικό περιτύλιγμα, ψέμμα, μισή αλήθεια, αλλοτρίωση, μοναξιά του συνωστισμού, ύπνος με χάπια, οικογενειακή συγκατοίκηση, φιλική αποξένωση, ευχάριστο περιβάλλον δουλείας, συνάδελφος, αδελφός, ξένος, απέναντι, άδειος, ανακύκλωση, κύκλος, φαύλος, αδιέξοδο, αρχή, τέλος, φόβος, σκοτεινό ρετιρέ, φωτεινό υπόγειο, γεμάτος δρόμος, δρόμος, προσμονή, απελπισία, αναταραχή, κώμα, κόμμα, τελεία, παύλα, αγκάθι, σταυρός, πόνος, αναγέννηση, μηδέν, νεκρός, ανάσταση, ελπίδα, σωτηρία, επιστροφή, χωρίς επιστροφή, επιλογή, επιβολή, υποβολή, αναβολή, βολή, σφαίρα, τοίχος, φασαρία, σιγή, ησυχία, αναστάτωση, πειρασμός, πυρετός, νιότη, θάνατος, λύπηση, φροντίδα, στοργή, καταπίεση, ασφυκτιώ, ψυχοκτονώ, αυτοκτονικές τάσεις, χαρούμενο πρωινό ξύπνημα, πονοκέφαλος, μαστούρα, διέξοδος, ανέξοδος, έρωτας, βία, χρήμα, ψυχολογικός εκβιασμός, αγώνας, εξουσία, συνείδηση, αμαρτία, αθωότητα, τίμημα, γνώση, σύμπαν, χιούμορ, απόγνωση, βοήθεια, λύτρωση, χαρά, κλάμμα, βροχή, καταιγίδα, θάλασσα, ζωή, βυθός, πέτρα, εικόνα, λαιμός, σκοινί, τραβάω, σπρώχνω, φωνάζω, σιωπώ, ηρεμώ, αντιδρώ, καταστέλλομαι, υπάρχω, σκέφτομαι, δεν υπάρχω, περπατώ, κοιτάζω, αναπνέω, εισπνέω-εκπνέω, οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα, κάρβουνο, βλέμμα, μελαγχολία, προφητεία, παρόν, ΤΙΠΟΤΑ.

Όταν τα βλέφαρα, με φανερή προσπάθεια, αποκάλυψαν τις κόρες, η πρώτη εικόνα που αντίκρυσε ήταν το μπλε της θάλασσας.

-Με λένε  Άσταρ, και είμαι ο γιατρός σου, Ιβάν.

Μνήμονες – μέρος β΄/ αναλαμπές στο σκοτάδι

Στον λόφο του Άϊβανόι, η  Μπίργκιν φρόντιζε το τραύμα της. Είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που ο Άσταρ είχε κάνει την τελευταία αλλαγή. Από το πρωί αισθανόταν πόνο, αλλά δεν τολμούσε να αφαιρέσει τις γάζες. Ίσως είχε μολυνθεί, αλλά λίγα μπορούσε να κάνει σ΄ αυτή την ερημιά. Είχε χτυπηθεί από οπλοπολυβόλο Ω-481, το πιο εξελιγμένο του τύπου του για την εξολόθρευση των Ανυπότακτων. Το βλήμα του, διαμέτρου 4mm, στροβιλιζόταν, ακολουθούσε έκρηξη και χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα εμποτισμένα με κυάνιο τραυμάτιζαν και δηλητηρίαζαν  τους ιστούς. Ευτυχώς, η Μπίργκιν ήταν τυχερή, το βλήμα είχε περάσει ξυστά από το μπράτσο της. Ο Άσταρ είχε αφαιρέσει το επιφανειακό στρώμα δέρματος για την αποφυγή μόλυνσης και το είχε δέσει με γάζες. Κάθε 5 ημέρες ερχόταν και τις άλλαζε. Τώρα όμως είχαν περάσει 9 ημέρες κι ο Άσταρ δεν είχε εμφανιστεί. Η Μπίργκιν είχε αρχίσει να ανησυχεί. Γνώριζε τον Άσταρ από τα φοιτητικά τους χρόνια, τότε που σπούδαζαν μαζί στην Λίμπρε. Εκείνη θέατρο, ο Άσταρ γιατρός κι ο Ιβάν χημικός. «Ο Ιβάν…» συλλογίστηκε και τα μάτια υγράνθηκαν.


Είχε γνωρίσει τον Ιβάν και τον Άσταρ σε μια συγκέντρωση φίλων. Ήταν φίλοι και συγκάτοικοι. Αμέσως υπήρξε φιλικό κλίμα και η συζήτηση άναψε. Όταν η συγκέντρωση διαλύθηκε οι τρεις τους συνέχισαν τη βραδιά δίπλα στη θάλασσα συζητώντας ασταμάτητα μέχρι την αυγή. Ο Άσταρ, ρομαντικός και αγνός ήθελε να γίνει γιατρός για να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων, να προσφέρει τις γνώσεις του στους φτωχούς κι αβοήθητους. Είχε μια μελαγχολική φυσιογνωμία, φαινόταν ντροπαλός και ήπιος με τα ποιητικά του μάτια, την ευγενική συμπεριφορά και την απαλή βαθειά φωνή του. Απ’ την άλλη ο Ιβάν, γεροδεμένος, ψηλός με απότομους τρόπους κι επιθετικό χαρακτήρα. Τα μαύρα μαλλιά του έπεφταν ακατάστατα στο πρόσωπο και πίσω μέχρι τη μέση της πλάτης του. Μιλούσε παθιασμένα για την πολιτική κατάσταση, την καταπίεση, την φτώχεια, την εξαθλίωση της ζωής. Γεμάτος πάθος, θυμό, ενέργεια. Κι όμως, όταν γελούσε το πρόσωπό του φαινόταν πρόσωπο μικρού παιδιού. Τον ερωτεύτηκε αμέσως. Μέσα σε διάστημα 15 ημερών αυτή και ο Ιβάν έγιναν ζευγάρι και οι τρεις τους μετακόμισαν σε μεγαλύτερο σπίτι. Τα επόμενα τρία χρόνια ήταν τα καλύτερα της ζωής της. Μέχρι εκείνο το πρωί…

Η Μπίργκιν είχε τελειώσει τις σπουδές της και εργαζόταν στο παιδικό θέατρο της Λίμπρε. Η σχέση της με τον Ιβάν ήταν αρμονική, μετά από τρία χρόνια το πάθος είχε καταλαγιάσει και δώσει τη θέση του στην αγάπη και τη συντροφικότητα. Προχωρούσαν μαζί. Συγκατοικούσαν ακόμα με τον Άσταρ, ο οποίος περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο νοσοκομείο και τα απογεύματα επισκεπτόταν τις υποβαθμισμένες συνοικίες προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες του. Τον έβλεπαν πλέον ελάχιστα. Ο Ιβάν είχε τελειώσει τις σπουδές του κι εργαζόταν στο εργαστήριο του πανεπιστημίου. Εδώ κι ένα χρόνο περίπου ασχολιόταν με ένα φιλόδοξο πρότζεκτ το οποίο χρηματοδοτούσε η εταιρεία  EXAGON. Κάποια  απογεύματα  πήγαινε στα γραφεία της εφημερίδας που είχαν ιδρύσει μαζί με τα παιδιά του κινήματος  ‘Ελευθερία’. Αρθρογραφούσε τακτικά σχολιάζοντας την κατάσταση που επικρατούσε.

Εκείνο το πρωί, ένα πρωί σαν όλα τα άλλα, η Μπίργκιν άνοιξε τα μάτια της και για πρώτη φορά, μετά από τρία ολόκληρα χρόνια ο Ιβάν δεν ήταν δίπλα της. Σηκώθηκε αμέσως και με μεγάλη ανησυχία κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Η κούπα με τον καφέ του Άσταρ ήταν πάνω στο τραπέζι μισογεμάτη. Η ώρα ήταν 8.15. Ο Άσταρ έφευγε κάθε μέρα στις 7.Τα πάντα ήταν στη θέση τους. Μπαίνοντας στο καθιστικό είδε πάνω στο μικρό τραπεζάκι ένα φάκελο. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελλή. Ο φάκελος είχε μέσα ένα μικρό άσπρο γαρύφαλλο κι ένα χαρτάκι διπλωμένο. Το άνοιξε και διάβασε τη μοναδική λέξη που είχε γράψει ο Ιβάν. «φεύγω». Τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν από τα δάκρυα που συνωστίζονταν ανάμεσα στα βλέφαρα της. Τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια, σωριάστηκε στο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Τον τελευταίο καιρό ο Ιβάν ήταν ανήσυχος και παράδοξα σιωπηλός. Η πολιτική κατάσταση ήταν δύσκολη και το μέλλον έμοιαζε δυσοίωνο. Η Μπίργκιν προσπαθούσε να κουβεντιάσει μαζί του μα εκείνος την καθησύχαζε λέγοντάς της πως όλα θα εξομαλύνονταν με τον καιρό. Ήταν φανερό ότι έλεγε ψέμματα. Κάτι έδειχνε να τον απασχολεί έντονα. Περιφερόταν σιωπηλός κι όταν κανείς δεν τον πρόσεχε το βλέμμα του χανόταν στο άπειρο και το μυαλό του βυθιζόταν σε σκέψεις . Τώρα πια πήγαινε κατευθείαν από το πανεπιστήμιο στην εφημερίδα και γυρνούσε αργά το βράδυ ή κοιμόταν στα γραφεία. Κάτι του απορροφούσε όλη την ενέργεια και μάταια εκείνη προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει την αλήθεια πίσω από σκόρπιες λέξεις και γεγονότα που έμοιαζαν ασύνδετα  μεταξύ τους. Μόνο μετά από καιρό συνειδητοποίησε την πραγματικότητα, αλλά ήταν πια αργά. Τον είχε χάσει…

Το μερίδιο των αγγέλων

Επιτέλους κρατάω στα χέρια μου το αντίτυπο της συλλογής μου, και ναι μου αρέσει πάρα πολύ.

Όχι μόνο γιατί φιλοξενεί ποιήματα τα οποία αγαπώ, αλλά και γιατί έχει σχεδιαστεί και φτιαχτεί

εξολοκλήρου από τα χέρια μου.
Μόνο για τη φωτογραφία του εξωφύλλου, ταξίδεψα ως την Αμιέν για να φωτογραφίσω τον άγγελο που κλαίει

κρατώντας ένα κρανίο και μία κλεψύδρα, σύμβολα του εφήμερου και του φθαρτού.

Είμαι χαρούμενη και για άλλον ένα λόγο. Γιατί αυτή η συλλογή δεν φέρει κανενός άλλου το όνομα

παρά το δικό μου.

Η απόφασή μου να διαθέσω την ηλεκτρονική μορφή του βιβλίου ελεύθερα είναι μεταξύ άλλων

μια συνειδητή πράξη.  Πάντα πίστευα πως η πρόσβαση στην τέχνη είναι δικαίωμα.

Όποιος λοιπόν θέλει να διαβάσει Το μερίδιο των αγγέλων, μπορεί να το αποκτήσει είτε ως e-book ελεύθερα, είτε ως χαρτόδετη έκδοση κατόπιν παραγγελίας στον ιστότοπο της πλατφόρμας αυτοέκδοσης lulu.com

http://www.lulu.com/spotlight/annatopia

Καλό της ταξίδι

Αγγελική Μικρού – Τετράδιο Πειραμάτων

Με την Άννα γνωριστήκαμε το φθινόπωρο του 2009, σε ένα υπόγειο στην οδό Κοραή. Τότε, με δική της πρωτοβουλία, άρχισε να σχηματίζεται σιγά σιγά μια παρέα που συναντιόταν τις Πέμπτες τα βράδυα στο Φυσιολατρικό Σύλλογο Πατρών. Μια παρέα με ανθρώπους αρκετά ετερόκλητους μεταξύ τους που όλοι μαζί κουβέντιαζαν, γελούσαν και διάβαζαν ποίηση. Ένα χρόνο μετά, το 2010, η Άννα εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τετράδιο Πειραμάτων.»

Ακόμα και τώρα, διαβάζοντας σε πρώτο επίπεδο τη συλλογή της,  στο μυαλό μου αναδύονται εικόνες, ήχοι και μυρωδιές από τον καιρό που περάσαμε στο υπόγειο του φυσιολατρικού. Διαβάζω το «Τετράδιο Πειραμάτων» και από το χαρτί διαχέεται στο χώρο η μυρωδιά του ζεστού καφέ, του τσιγάρου, του αλκοόλ και της υγρασίας που σκαρφάλωνε στους τοίχους και πότιζε τους φθαρμένους καναπέδες. Διαβάζω και βλέπω την Άννα με ένα μάλλινο μαύρο φόρεμα, να διαβάζει ποιήματα της, κρατώντας το τσιγάρο στο ένα χέρι και το χαρτί με τα ποιήματα στο άλλο. Ακούω τη χροιά της φωνής της, άλλοτε ζεστή και γλυκιά, άλλοτε πιο αυστηρή και ενίοτε σαρκαστική, μα πάντοτε ολότελα απορροφημένη, χωμένη στο δικό της ποιητικό σύμπαν, ξεκλειδώνοντας με τις λέξεις της την πόρτα του.

Διαβάζοντας σε δεύτερο επίπεδο, οι μνήμες καταλαγιάζουν και αρχίζουν να αναμοχλεύονται συναισθήματα. Τα ποίημά της γίνονται τα αντιδραστήρια ενός πειράματος με τις δικές μου σκέψεις, με τα δικά μου συναισθήματα. Επωάζονται μέσα μου, σε συνθήκες όχι πάντα βέλτιστες, αντιδρούν πότε ενδόθερμα και  εξώθερμα και με μικρές εκρήξεις, αλλά το πείραμα πάντα πετυχαίνει. Στο επίπεδο αυτό η περίεργη αίσθηση οικειότητας γίνεται ακόμα εντονότερη. Υπάρχουν κάποια ποιήματα της Άννας, τα οποία δεν τα έχω μόνο ξανακούσει. Νιώθω πως τα έχω ξαναζήσει, έχω αναρωτηθεί ξανά με τον ίδιο τρόπο, θέτοντας τα ίδια ερωτήματα, αφήνοντας κάθε φορά μετέωρη την απάντηση να ξεγλιστρά από την αντίληψη μου και να τρυπώνει στο χαρτί κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ποίηση.

Η πρώτη λοιπόν ποιητική συλλογή της Άννας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα και  έχει τίτλο «Τετράδιο πειραμάτων». Τίτλος  που παραπέμπει αφενός στην ποίηση, καθώς η ίδια έχει δηλώσει πως «κάθε ποίημα είναι ένα πείραμα μέχρι να φτάσει η στιγμή που κάθε ποίημα θα είναι ένα ποίημα» και αφετέρου θυμίζει την άλλη ιδιότητα της ποιήτριας, εκείνη της χημικού και ερευνήτριας. Θα μπορούσα άνετα να φανταστώ την Άννα να γράφει στίχους στο τετράδιο του εργαστηρίου της, εκεί στις τελευταίες σελίδες του και μετά τα εργαστηριακά πειράματα, να ασχολείται με τα ποιητικά πειράματα, τις μεταμεσονύχτιες ώρες κατά προτίμηση.

Η συλλογή περιλαμβάνει 28 ποιήματα, γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, με έκδηλη αφηγηματικότητα και εσωτερικό ρυθμό. Η γραφή της διακατέχεται από  ευαισθησία, παρατηρητικότητα και ειλικρίνεια. Άλλες φορές πάλι, οι στίχοι της ντύνονται με έναν λεπτό σαρκασμό, ο οποίος κάνει την ποίησή της πιο πικάντικη, ενώ από τη φαρέτρα της δε λείπει και το χιούμορ, όπως στο ποίημα «χωρίς μακιγιάζ»:

«Με το που ξύπνησα σε είδα να γελάς

Πάνω από το κεφάλι μου

Αναρωτήθηκα τι έβλεπες και πώς.

Και μετά το συνειδητοποίησα.

Εσύ με έβλεπες χωρίς μακιγιάζ

Κι εγώ χωρίς αλκοόλ…»

Ο λόγος της οξύς, διεισδυτικός, συχνά με φιλοπαίγμων διάθεση,  κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη με τις ευφάνταστες μεταφορές και παρομοιώσεις της που ξαφνιάζουν. Μέσα από τα ποιήματα της, με γλώσσα απλή και ανεπιτήδευτη, καταφέρνει να αποστάξει το άρωμα των πιο κοινών καθημερινών εικόνων με έναν πολύ προσωπικό και συχνά αναπάντεχο τρόπο, επινοώντας γλαφυρές εικόνες και ήχους, όπως στην περίπτωση των ποιημάτων «από μηχανής θεός» και «ένα λεπτό».

Η Άννα γράφει για τον έρωτα, τη συντροφικότητα, την ποίηση. Γράφει για τη μοναξιά, την απώλεια, την αναμονή, τα αδιέξοδα, τον ανεξερεύνητο άλλο και τον ανεξερεύνητο εαυτό. Γράφει εκκινώντας, όπως λέει και η ίδια, «πορεία μοναχική, ανάλγητη στην ενδοχώρα της ψυχής». Επίσης η ποίησή της συχνά τροφοδοτείται από δίπολα: εφικτό-ανέφικτο, μνήμη-λήθη, απουσία-παρουσία, εγώ-εσύ, φωνή-σιωπή. Δίπολα-θραύσματα της καθημερινότητας, που συγχέονται καλειδοσκοπικά το ένα μέσα στο άλλο και στο τέλος συνθέτουν τη δική της πραγματικότητα.

Ο έρωτας, ο οποίος κατέχει κεντρική θέση στο έργο της,  άλλοτε βιώνεται λυτρωτικά ως συντροφικότητα και ελπίδα και άλλοτε βασανιστικά, σαν αρρώστια ή χίμαιρα που στοιχειώνει την ποιήτρια με «το σύνδρομο εφικτής ουτοπίας»

«έστειλα τις ανάγκες μου για υιοθεσία.

θα με ειδοποιήσουν είπαν, όταν βρεθεί ο κατάλληλος.

Η αλήθεια είναι πως δε με νοιάζει και πολύ ποιος θα τις πάρει

αρκεί να αντέξει και να μην τις επιστρέψει.

Ειδικά αυτήν την τελευταία που με έκανε να κυνηγάω χίμαιρες.

Αυτήν ήθελα να ξεφορτωθώ πιο πολύ από όλες.

Ίσως τώρα, ελεύθερη συνδρόμου εφικτής ουτοπίας

Να καταφέρω να κυνηγήσω κάποιον Κώστα, Γιώργο, Θανάση…»

Από τη μια μεριά ο έρωτας είναι σάρκινος, απτός, ρεαλιστικός. Έχει τη μορφή ενός προσώπου, ενός ονόματος, ενός σώματος, του οποίου το στέρνο είναι αρκετό για να τροφοδοτήσει στίχους, υμνώντας την εντροπία του έρωτα και αδιαφορώντας για το εφικτό και τα ανέφικτο, όπως στο ποίημα «εραστές από χαρτί». Από την άλλη, όπως στο ποίημα “terra incognita” βιώνεται ως προσμονή μιας αποκάλυψης, ένα γεγονός σχεδόν μυστικιστικό, του οποίου η ποιήτρια μπορεί να νιώσει μόνο την αύρα, ενώ κατά τα άλλα αποτελεί για αυτήν άγνωστη γη.

Η Άννα προσπαθεί να ενώσει σκόρπια κομμάτια του παζλ αλλά μένει να αναρωτιέται στις «δυνάμεις συνάφειας»:

« Τι ερωτεύεσαι άραγε:

Τον άλλο ή την πιθανότητα;»

Στον άλλο άξονα της ποίησής της βρίσκεται η μοναξιά. Η μοναξιά, η οποία βιώνεται ως απότοκος της απουσίας:

«τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,

απελπισμένες προσπάθειες να μην ξεχάσω,

απελπισμένες απόπειρες να θυμηθώ…»

ή ως απότοκος της απόστασης και των αδιέξοδων σχέσεων, όπως στο «τόσο κοντά στην απόσταση» και στη «φυγή»:

«Να βάλουμε κι άλλα ανάμεσά μας.

Απόσταση, τσιμέντο, τοίχους, ανθρώπους,

Φωνές δυνατές, να καλύπτουν τους σφυγμούς,

οργή δυνατή να καλύπτει τη λύπη.»

Επίσης η μοναξιά παρουσιάζεται ως απότοκος της απώλειας αγαπημένων προσώπων, όπως στο «δώδεκα χρόνια» που είναι αφιερωμένο στον πατέρα της.

«Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα

χορεύει φρέσκια μέσα μου

η απώλεια χέρι-χέρι με τη μνήμη.»

Αυτά είχα να σας πω για το «Τετράδιο Πειραμάτων». Είναι μια συλλογή που διάβασα με μεγάλη ευχαρίστηση και θα διαβάσω ξανά. Εύχομαι στην Άννα να είναι πάντα καλά να συνεχίσει να μας χαρίζει ποιήματα που θα διαβάζουμε και θα μας κάνουν να χαμογελάμε, να θυμόμαστε, να νοσταλγούμε. Δε θα σας κουράσω άλλο. Γιατί όπως λέει και η ποιήτρια:

« Είναι κουραστικοί και θλιβεροί οι μονόλογοι.

Και κλέβουν πάντα το χειροκρότημα.

Εκβιαστικά.»

Το κείμενο εκφωνήθηκε  στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο στα πλαίσια της σειράς εκδηλώσεων τα Σάββατα της ποίησης/  αφιέρωμα στην ποιήτρια Άννα Νιαράκη
Αγγειλική Μικρού, βιολόγος

Αθανασία Δανελάτου – Ποίηση και απουσία- Άννα Νιαράκη από το «Τετράδιο πειραμάτων» στο «Μερίδιο των αγγέλων».

Το θεμελιώδες ερώτημα με το οποίο, κατά κανόνα, έρχεται αντιμέτωπο κάθε υποκείμενο που εμπλέκεται είτε αναγνωστικά, είτε συγγραφικά, είτε ανα-κριτικά με το αίνιγμα που θέτει ο ποιητικός λόγος, είναι εκείνο το πρωταρχικό του: «τι είναι ποίηση».

Ο τρόπος που απαντά,  η διατυπώνει κανείς την υποψία του σχετικά μ’ αυτό το, διαρκώς διαφεύγον -κι άρα ανυπότακτο σε στεγανές απαντήσεις-, ερώτημα, αποτελεί και τον παρανομαστή που αντίστοιχα θέτει σε κρίση την προσέγγισή του, απέναντι σε κάθε ένα έργο που συστήνεται ως ποιητικό.

Τι είναι λοιπόν ποίηση; η μάλλον τι είναι αυτό που συχνά, πίσω από ειρωνικά χαμόγελα, ορισμένοι αρέσκονται να ονομάζουν «γυναικεία ποίηση»; Υπάρχει αλήθεια τέτοιο είδος; Η ποίηση είναι άραγε ιστορική, έμφυλη, ταξική; υπερβατική, μεταφυσική; Αρρενωπή η θηλυκή; Μήπως είναι απλώς η μετωνυμική συμπύκνωση των ενορμήσεών μας; Μήπως, εν τέλει αυτού του είδους οι ταξινομήσεις ενδιαφέρουν απλώς και μόνο ένα κάποιο φιλολογικό μεροκάματο, για το οποίο η ίδια ή ποίηση κυριολεκτικά αδιαφορεί, αφού αυτή δεν φτιάχνεται παρά μόνο με λέξεις και μάλιστα κυριολεκτικά ερήμην των ιδεών που τις περιστοιχίζουν; Αυτό, φαίνεται να το γνωρίζει ήδη στην πρώτη της κιόλας πειραματική συλλογή η Νιαράκη που με μαχητική αθωότητα γράφει:

«ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα, αλήθεια

που μεταχειρίζομαι τις λέξεις μ αυτόν τον τρόπο.

Χωρίς να ζητάω άδεια.

Τους είπα να πάνε από κει που’ ρθαν.

Οι λέξεις δεν έχουν ιδιοκτήτη κι αν συνεχίσουν να με ζορίζουν

απείλησα να φτιάξω καινούργιες..» [i]

 

Εν τέλει όσες απαντήσεις κι αν δώσει κανείς στο ερώτημα, ίσως το μόνο βέβαιο να είναι πώς «ποίηση είναι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι», τα ομιλ-όντα πλάσματα της γλώσσας. Ο Μάριος Μαρκίδης, στο πνεύμα αυτό, αναρωτιέται στο τ. 17 του περιοδικού «ΠΟΙΗΣΗ» : «Υπάρχει τάχα ποίηση που να μην είναι γυναικεία;». Και συνεχίζει: «Η πρώτη «ποιητική» στιγμή της ποίησης που αναγνωρίζω είναι όταν ο παπάς εκείνος του Ομήρου που του άρπαξαν την κόρη, ταπεινωμένος, φοβισμένος, κλαίγοντας μ’ όλο το σώμα του κι εξαπολύοντας κατάρες που μόνο οι γυναίκες ξέρουν, παίρνει το δρόμο του γυρισμού απ’ το ακροθαλάσσι…  η κατεξοχήν ώρα της ποίησης ήταν ανέκαθεν κι εξακολουθεί να είναι αυτό το βογγητό, η ματαιωμένη ικεσία του σώματος, η ταπείνωσή του, το κλάμα, ακόμη κι η κατάρα …. …Κανείς δεν μπορεί να επιτύχει τη συγκινησιακή συστοιχία λέξης και νοήματος, αν δεν έχει φυτεμένη στο Είναι του τη συναισθηματική ευκαμψία, την τρυφερότητα και την νευρική ευαισθησία της γυναίκας. Πολύ σωστά κάνουν οι αποιήτιστοι άνθρωποι που αμφιβάλλουν για την αρρενωπότητα των ποιητών…. Ο ποιητής είναι ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα….»[ii]

 

Μακράν της ύπαρξης, η μη, βιολογικής η βιολογίζουσας ευαισθησίας  με έμφυλο πρόσημο,  η ποίηση φτιάχνεται με λέξεις, και πολύ πέραν αυτού που ονομάζεται «έκφραση εαυτού», παραμένει από την εποχή του Ομήρου τέχνη. Τέχνη, όμοια μ’ εκείνη του ξυλουργού η του γλύπτη. Τέχνη, που συστήνεται με λέξεις. Λέξεις που έρχονται να διαγράψουν το εξ αρχής μηδέν,  η και να καλύψουν τον τόπο της έλλειψης με τα γράμματά τους, εκείνου του άλλου που επλέον δεν υπάρχει κι έχει αφήσει το κενό του στην θέση της μοναξιάς και της φαντασίας.  Η ποίηση της Νιάρακη  διατυπώνει το ανάλογον  με τρόπο καίριο:

«Της μοναξιάς μου αποκυήματα της φαντασίας μου παιχνίδια…

…Χωρίς τις Λέξεις θα ήμουν τυφλή Όλα τα όνειρα μου μεταφράζονται

Χωρίς τις Λέξεις δεν θα ήσουν απών.

Θα ήσουν.»[iii]

 

Το σώμα ως απόν, ως ματαιωμένο, ως ενδεές, αντηχείται στην λέξη, που εγγράφει μια νέα παρουσία στην θέση του εξ αρχής η μετέπειτα κενού.  Ωστόσο η ποιήτρια γνωρίζει το μυστικό -κι αυτό άλλωστε την καθιστά τέτοια-, ότι το ποιήμα δεν παράγεται από την έλλειψη, αλλά από την περίσσεια, μια περίσσεια που δεν προέρχεται από τον άλλον, αλλά από το εν-νοημένο «άλλο». Κι αυτός είναι ο λόγος που αυτού του είδους η δημιουργική περίσσεια μοιάζει να είναι μια ανεξερεύνητη εσωτερική λειτουργία, που παραμένει βαθιά μυστηριώδης.

 

«….Στης χορτασμένης επιθυμίας την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.

Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.

Αναπτήρας και ποίημα γλιστράνε στο συρτάρι μου στο πρώτο φως της μέρας.»[iv]

Με τον ίδιο τρόπο,  η ποιήτρια γνωρίζει και πως το πραγματικό σώμα βρίσκεται πέρα κι απ τη λέξη πέρα κι απ την αντήχηση:

 

«Το σώμα ζητά εξηγήσεις. Δεν ημερώνει με Λογικές. Δεν καταφεύγει σε Λέξεις. Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω

Φεύγω.

Πως να δαμάσω τη φωτιά με μοΛύβι και χαρτί; Στάχτη από Λέξεις. Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία; Κόβει βόλτες στον κήπο σαν πεινασμένο αγρίμι.

Όλη τη νύχτα. Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα σάρκα ζητάει σώμα να ταΐσει το σώμα…»[v]

 

Τι είναι αυτό που η Νιαράκη πειράται η αποπειράται στο τετράδιο των ποιημάτων της; Και ποιός είναι ο τρόπος με τον οποίον αρμόζει να προσεγγίσουμε την ποίησή της; Αν όπως έχει ειπωθεί «Η δημιουργία οικοδομείται διαδοχικά κλιμακωτά»[vi] τότε η ποίησή της πρέπει να ειδωθεί στην διαλεκτική των πειραμάτων της όπως εκτυλίσσονται στις δυο της συλλογές. Στα ποιήματα δηλαδή που απέδωσε η απόπειρά της, στην πυρά και την πείρα που διέπει το ποιητικό της παρών. Η ίδια μας συστήνεται από την αρχή ως αποφασισμένη να πορευτεί στην ενδοχώρα: «εκκινώ πορεία μοναχική ανάλγητη στην ενδοχώρα της ψυχής» γράφει. Στο τετράδιο πειραμάτων της, με την πένα της βουτηγμένη στην αθωότητα του μοντέρνου, ψηλαφίζει, από ένα μακρινό μα διαρκές παρελθόν, την απουσία διατυπώνοντας τον ποιητικό της εαυτό διττά : από τη μια ως ζώσα δημιουργό που ραίνει το χάσμα της έλλειψης με λέξεις- στάχτες που παράγουν το δικό της Νόμο, κι από την άλλη ως συνομιλητή, σε β’ πρόσωπο, ενός απόντος, τόσο βαθιά εσωτερικευμένου που φτάνει ν’ αναμετριέται μαχητικά τον θάνατο, ως έννοια, έχοντάς τον όμως ήδη προ πολλού προσλάβει μόνιμα στο προσκεφάλι:

 «Δώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα χορεύει φρέσκια μέσα μου η

απώλεια χέρι-χέρι με τη μνήμη»

«Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,

και δεν είναι πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω

είναι που απλώς καμιά φορά δεν ξέρω κατά που να πάω.»[vii]

 

Έτσι, συχνά το ποίημα δεν είναι παρά η εκδίπλωση της απουσίας που το συγκροτεί, που το συγκρατεί και που το χρειάζεται. Δεν είναι παρά ως αίτημα ανάπτυξης του εαυτού του[viii]:

«Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,

Απελπισμένες προσπάθειες να μην ξεχάσω,

Βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ……»[ix]

 

«Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία» γράφει ο Ελύτης στους «Προσανατολισμούς». Δομημένο στο άνθος της απουσίας, το ποιητικό ιδιόλεκτο της Νιαράκη έχει την επιδέξια ιδιότητα να παραμένει στον αφρό την ίδια στιγμή που τα πόδια του βρίσκονται στον πάτο του πηγαδιού. Η πρώτη της συλλογή, μια γενναία δέηση ζωής έναντι της ένδειας, χαρακτηρίζεται από αυτό που ονομάζει ο Ουμπέρτο Σάμπα λογοτεχνική τιμιότητα: Αδιάφορη στο να καταχωρηθεί η να ενταχθεί , δεν βιάζει την έμπνευση ούτε κι επιχειρεί να την παρουσιάσει υπερβατικότερη και πλουσιότερη από ότι είναι, παγίδα στην οποία συχνά πέφτουν νέοι ποιητές. Δεν παρασύρεται από την ευκολία ενός οίστρου, ακόμη κι αν τον διαθέτει- και αντιδρά στην πνευματική οκνηρία που θα την περιορίσει απλώς σ ένα στίχο δυναμίτη. Αντίθετα εμμένει στην ολοκλήρωση του ποιήματος που συχνά δεν είναι παρά ο κύκλος ενός συναισθήματος, μιας σκέψης, η μιας συγκίνησης που νοείται.

Παρότι στην πρώτη συλλογή της η Νιαράκη μοιάζει ν ασκείται στην αυτογνωσία, η αιτία της ποιήσεώς της δεν βρίσκεται σε μια επιθυμία άσκησης αυτογνωσίας απλώς, αλλά μοιάζει το μάλλον να πηγάζει από μια «ξέφρενη επιθυμία για αυθεντικότητα, ένεκα της οποίας δεν στέργει, όταν χρειάζεται, να πει και κάτι που έχει ξαναλεχτεί»[x] . Εκεί μάλιστα, στο ξαναλεχθέν είναι που, κατά την άποψη μου, δοκιμάζεται κερδίζεται η μοναδικότητά της ως ποιήτριας διότι τα «κοινότυπα» εκφερόμενα από την Νιαράκη ως μέρος του αυθεντικώς αναπόφευκτού της, καθίστανται απροσδόκητα και ως εκ τούτου πρωτόφαντα.

Σταδιακά από το πείραμα μέχρι το μερίδιο η ποίηση της Νιαράκη μοιάζει να βαθαίνει, να μετατρέπεται σε εμπειρία της ουσίας της ένδειας. Μοιάζει να καταφάσκει το είναι ως ένδεια :

«….Ανοίγω τη βρύση

-η σιωπή μεθά με τους απόντες-

Θέλω να ζήσω στο ρυθμό
μία γλώσσας ρέουσας.

Ξαναγράφω το νερό με την αφή,

με το ξέπλυμα της ήττας….»

 

 

 

 

κι αλλού:

«Όλες μου οι ανατροπές ξανακερδίζονται

στο ζύγι.

Σα να ‘χουν τα δάκρυα πω ειδικό το βάρος τους.

Κι απ’ τη βροχή. Κι απ’ τη θάλασσα. Κι απ’ την ήττα».

 

Σ αυτή την ατραπό, η Νιαράκη από το πείραμα στην πείρα από τον αδάκρυτο θρήνο στο ποιητικό απόσταγμα, φαίνεται, διερχόμενη από ανατροπές και σχετικότητες να πορεύεται την ενδοχώρα ολοένα πιο σταθερά αφήνοντας στο λεκτό της,  σαν το ουίσκι που ωριμάζει χρόνια στα βαρέλια, μια επίγευση μεστότερη, εκείνη της ορμής της ζωής της εμπλουτισμένης από την γενναία αποδοχή του θανάτου που σάμπως ψέμματα; Ίσως δεν είναι παρα προϋπόθεση αθανασίας:

Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν κι εγώ είπα το τέλος. Μέγα μέγεθος σε θεωρούν. Εγώ, το απόλυτο μηδέν.

Δεν σε έχουν συναντήσει παρά μονάχα σε βιβλία και διδασκαλίες μυστικιστικές. Δεν ρώτησαν κι εμένα που ένα πρωί μου χτύπησες την πόρτα κι είπες

-Χαιρέτα τον πατέρα σου, φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

 

Η Άννα Νιαράκη, έχει σίγουρα πολλά να δώσει στην ποίηση. Δεν έχουμε παρά να υψώσουμε μαζί της το ποτήρι  κατά την μεριά των αγγέλων…

 

Ενναλακτικές:  

Ο θάνατος είναι ένα πάρτυ
με όλους μας καλεσμένους.
Άλλος θα πάει από νωρίς

άλλος στην ώρα του
άλλος θα αργήσει λίγο.
Στο τέλος όμως δεν θα
απουσιάζει κανείς.

Έτσι είπαν στο Λάζαρο ένα βράδυ
και κανείς δεν κατάλαβε το
τρανταχτό του γέλιο.

Aθανασία Δανελάτου, δικηγόρος
Πάτρα 30.03.2012

 

Το κείμενο εκφωνήθηκε  στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο στα πλαίσια της σειράς εκδηλώσεων τα Σάββατα της ποίησης  αφιέρωμα στην ποιήτρια Άννα Νιαράκη


[i] Άννα Νιαράκη: «Τετράδιο Πειραμάτων» , σελ. 27 :«Η άγνοια(κινδύνου) σκοτώνει (τον κίνδυνο)» , Πάτρα 2010, Χαραμάδα

[ii] Μάριος Μαρκίδης : “Kλειδιά και αντικλείδια του σώματος», περιοδικό «Ποίηση» τ.17, σελ 280, Αθήνα 2000, Νεφέλη (στο Ζέφη Δαράκη: «Το σώμα δίχως αντικλείδι»)

[iii]  Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. «Η ηδυπάθεια της φιμωμένης ερωμένης»  Παρίσι 2012

[iv] Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. 33 «………»   Παρίσι 2012

[v] Άννα Νιαράκη: «Το μερίδιο των αγγέλων», σελ. 33 «………»   Παρίσι 2012

[vi] Μαρίνα Τσβετάγιεβα

[viii] Μαρίτα Τάταρη: «Προς τι οι ποιητές; Μια παραλλαγή πάνω στον Χάιντεγκερ» περιοδικό «Ποίηση» τ.24, σελ 81, Αθήνα 2004, Νεφέλη.

[ix] Άννα Νιαράκη: «Τετράδιο Πειραμάτων» , σελ.17 :«απουσία» , Πάτρα 2010, Χαραμάδα

[x] Umberto Saba:  “TΙ μένει να κάνουν οι ποιητές», Τεργέστη Φεβουάριος 1911, μτφρ. Νίκος Αλιφέρης, Αθήνα 2005, ‘Αγρα, σελ. 24

Εκλογή

Δεν έχω να δώσω ψήφο

πουθενά

ούτε λογαριασμό

αγάπη έχω αρκετή

μα λιγοστεύει η ζήτηση

οι αγορές ικανοποιούνται

με κραυγές

και γελοιότητες

πρέπει να συσκευάσω το αγαθό

να του κολλήσω μια τιμή

και να το σπρώξω

όπως μπορώ

στα παζαράκια της δικτύωσης

στα λάικ που ζητούν ανταπόδωση

Δεν έχω λάικ

έχω αγάπη

μα λιγοστεύει η ζήτηση

οι άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα

ξύλινη, τους ενοχλώ

όταν μιλώ απλά

τους ενοχλεί που δεν σκορπίζω δάκρυα

θαυμαστικά και αβρότητες

θέλουν από μένα

κάτι πιο λίγο από αγάπη

μα εγώ δεν έχω μάθει να δίνω μισά

ή όλα ή τίποτα υπήρξε πάντα

η μοναξιά και το μαζί

το πιο λίγο μοιάζει με αστείο

σα να χλευάζω τη ζωή

που μου έδωσε περίσσειες

και ελλειμάτα που μάτωσα να

ισορροπίσω

τι θες αλήθεια όταν με επισκέπτεσαι;

μια ψήφο εμπιστοσύνης;

επιβεβαίωση;

μόνο αγάπη έχω

και είναι σκληρό να το λέω

έτσι απλά

ματώνουν οι παλάμες μου

από ψόφιες χειραψίες

 

μην με επισκέπτεσαι συχνά

μιλάμε άλλη γλώσσα

θα αποξενωθούμε με τον καιρό

ίσως κι από την αρχή ξένοι

να παραμένουμε

καθένας μες στη γυάλα του

 

μα εγώ αγαπώ τη θάλασσα

αυτή είναι η διαφορά

σε ότι ονειρευόμαστε

και για ποιόν

μείνε μακρυά, έχει αγάπη εδώ

και μικρές παράξενες σιωπές

από αυτές που φέρνουν αμηχανία

στους φλύαρους

και θυμό στους άδειους…